Έντεκα Με Μία - Χαρούλα Νικολαιδου

Charles Mingus – Fats Navaro | Διάλογοι

Η αυτοβιογραφία του Τσάρλς Μίνγκους  κυκλοφόρησε το 1971 με τίτλο “Beneath the Underdog” και στην ελληνική μετάφραση το 1981 με τίτλο “Χειρότερα κι από σκυλιά

Ένας διάλογος μεταξύ δύο σπουδαίων μουσικών της τζαζ, του Τσαρλς Μίνγκους και του Fats Navaro. Ένας διάλογος που γίνεται “στα βρόμικα δωμάτια των ξενοδοχείων με τα μεγάλα παλιομοδίτικα κρεβάτια που έτριζαν κάτω από το απίστευτο βάρος του Φατς” και στο λεωφορείο που τους γυρνούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για συναυλίες εξαντλητικές, όπου “η μπάντα έπαιζε κάθε βράδυ επί σαράντα μέρες. Συνήθως έφταναν στην πόλη ίσα-ίσα για να αφήσουν τα μπαγάζια τους στο μίζερο ξενοδοχείο και να ρίξουν λίγο νερό πάνω τους πριν εμφανιστούν”.

Charles Mingus – Fats Navaro

 

-Σ’ αρέσουν  όλα τα είδη της μουσικής, Μίνγκους; Γεννήθηκα στο Κη Γουέστ της Φλόριντας. Η οικογένειά μου είναι από την Κούβα. Σου αρέσει ή κουβανέζικη μουσική;

-Δεν ξέρω και πολλά πράγματα, Φάτς. Μόνο μερικούς μεξικάνικους σκοπούς έχω μάθει.

-Θα σε πάω εγώ στα στέκια ν’ ακούσεις. Αν θέλεις, μπορείς και να παίξεις. Τι άλλο όργανο ξέρεις εκτός από το μπάσο;

-Πιάνο, αλλά όχι και τόσο καλά. Μου αρέσει πολύ όμως.

-Με ποιον δούλευες παλιά, Μίνγκους;

-Με τον Ιλλινόι Τζάκετ, τον Αλβίνο Ραίη.

-Αλήθεια; Έχω παίξει κι εγώ με τον Τζάκετ. Δούλεψες ποτέ με τον Ντιζ και τον Μπέρντ όταν είχαν έρθει στην Καλιφόρνια; Βλέπεις; Είχα ακούσει για σένα πριν σέ γνωρίσω. Δεν είσαι και τόσο άγνωστος. Κάποτε μου μίλησε ο Μάιλς για σένα. Έλεγε ότι ή μπάντα σας ήταν πολύ καλή.

-Αλήθεια; Σε μας δεν είπε κουβέντα, αυτός ο άνθρωπος μίλαγε μόνο με το κόρνο του. Ούτε «γεια» δε μας έλεγε. Αυτό είναι το σύστημα, Φάτς, το σύστημα, που δεν αφήνει τούς μαύρους να ενωθούν.

-Καταλαβαίνω τι εννοείς – κουράζονται τόσο πολύ για να βγάλουν ένα φράγκο, που δεν έχουν καιρό για τίποτε άλλο. Δεν  προλαβαίνουν ούτε μια χειραψία να κάνουν. Κι έτσι αφήνουν τη τζαζ να μιλάει στη θέση τους.

-Και ποια είναι αυτή η θέση Φατς;

-Μπροστά σου βρίσκεται, δεν τη βλέπεις; Κι εκείνοι ξέρουν ότι το ξέρουμε. Μίνγκους, μας έχουν αγοράσει. Κι αν δεν μπορούν μας αγοράσουν, μας θάβουν. H τζαζ έχει γίνει επιχείρηση για τους λευκούς και δεν μπορούμε να κινηθούμε χωρίς αυτούς. Εμείς είμαστε τα μυρμηγκάκια. Οι λευκοί έχουν τα περιοδικά, τα πρακτορεία, τις εταιρείες δίσκων κι όλα τα  στέκια που πουλάνε τζαζ στο κοινό. Αν δεν ξεπουληθείς, αν αρνηθείς να πας με τα νερά τους, είσαι χαμένος.

-Να ξεπουληθώ, Φάτς; Κοίτα τον Έλιγκτον, τον Άρμστρονγκ, τον Μπέιζυ – δες ακόμα και τον Χαμπ.  Όλοι τους είναι διάσημοι. Προσπαθείς να μου πεις ότι αυτοί οι  άνθρωποι έχουν ξεπουληθεί στους ατζέντηδες;

– Μίνγκους, είσαι ένα αγαθό παιδάκι από την Καλιφόρνια και δε θέλω να σε προσγειώσω απότομα. Αλλά έχω περάσει κι εγώ  από τον ίδιο δρόμο κι έμαθα να κάνω και μερικά άλλα πράγματα για να επιζήσω. Έμαθα ότι δεν αρκεί ή μουσική για να τα βγάλω πέρα μ’ αυτούς τους αληταράδες, αν και ή μουσική εξακολουθεί να μου αρέσει περισσότερο από το χρήμα. Υποτίθεται πως με την τζαζ δεν γίνεσαι εκατομμυριούχος, κι όμως αυτοί έχουν χεστεί στο τάληρο. Η ζωή μου ήταν πολύ καλύτερη όταν ακόμη δεν με ήξερε κανένας. Όταν ο υπόκοσμος παίρνει τα πράγματα στα χέρια του και παραμερίζει ακόμα και τους μαύρους πράκτορες, τότε την έχεις βάψει. Σε αναγκάζουν να το βουλώσεις, σε εκμεταλλεύονται κι αν γίνεις διάσημος, βγαίνουν και λένε στον κοσμάκη πως είσαι μεγαλοφυΐα. Αν όμως αρνηθείς να παίξεις το παιχνίδι τους, διαδίδουν ότι είσαι ανεύθυνος και άχρηστος. Έτσι έκαναν με μένα. Κι αν βρεθεί κανένας τίμιος μαγαζάτορας που θέλει να σε προσλάβει, τον πιάνουν και του πιπιλάνε τ’ αυτιά πως τάχα είσαι κακός μουσικός ή πως δεν είσαι διαθέσιμος, ή ακόμα πως θα του κάνεις το μαγαζί γυαλιά-καρφιά – σαν  νά  ‘σουνα γορίλας! Και εσύ δεν μαθαίνεις ποτέ τίποτα. Αλλά αν τους το παίξεις υπάκουο παιδί, βρίσκεις δουλειές, μόνο που οι άσπροι αντιγράφουν την τεχνική σου και οι πράκτορες σε κατακλέβουν.

-Μα  Φάτς, ξέρω πολλούς που παίρνουν ένα λογικό ποσοστό, μέχρι και τριάντα τοις εκατό.

-Ποιος σου είπε αυτές τις αηδίες  Μίνγκους; Ούτε ο Βασιλιάς Σπουκ  δεν ξεπερνάει το πενήντα τοις εκατό. Ο πράκτοράς του παίρνει 51% και το υπόλοιπο 49% πάει σε μια εταιρεία, που είναι μεν στο όνομά του, αλλά που δεν την ελέγχει ο ίδιος ολόκληρη. Τραβάει μόνο πεντακόσια δολάρια την εβδομάδα κι είναι ευχαριστημένος.  Αλλά είναι διάσημος!

-Κανένας δεν του έβαλε πιστόλι στο κεφάλι για να υπογράψει τέτοιο συμβόλαιο.

-Είσαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό; Μια φορά πήγε να κάνει το ζόρικο και τον πέταξαν έξω από τα στέκια που ελέγχει το συνδικάτο. Αναγκάστηκε να φύγει για την Καλιφόρνια. Προσπάθησε να τους πολεμήσει ολομόναχος κι έφαγε τα μούτρα του. Μίνγκους, ξέρεις ποιο είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο στον κόσμο; Η πείνα. Έτσι, ξεπουλήθηκε για μια ακόμη φορά. Τώρα έχει κι ένα κλαμπ στο όνομά του, μα δεν είναι δικό του Είναι ζόρικα τα πράγματα, Μίνγκους. Θυμάμαι όταν εμφανιζόταν ή Πέγκυ Λή σε ένα κλαμπ της ανατολικής ακτής. Την αποθέωναν όταν έλεγε: «Και τώρα θα κάνω τη Μπίλυ Χόλινταιη!» Και η Μπίλυ γύριζε σαν ρεμάλι στους δρόμους κι όλοι έλεγαν πως ήταν ναρκομανής. Και δεν την πλήρωναν κανονικά, της έβαζαν λίγες ψωροδεκάρες στο χέρι ίσα-ίσα για να είναι σίγουροι ότι θα ξαναγυρνούσε να τραγουδήσει και το επόμενο βράδυ. Έτσι είναι, Μίνγκους. Σε πατάνε και δεν σ’ αφήνουν να σηκώσεις κεφάλι.

-Τότε γιατί δεν μπαίνουν στο κόλπο κι οι ματσωμένοι νέγροι επιχειρηματίες;

-Γιατί δεν έχουν καταλάβει ακόμη τι χρυσωρυχείο είναι αυτή η δουλειά. Ίσως και να φοβούνται. Είναι σαν να τους λες να διαρρήξουν το χρηματοκιβώτιο των λευκών, κι αυτά δεν είναι υγιεινά πράγματα, Μίνγκους. Όταν έρθει ημέρα που ο νέγρος θα απαιτήσει αυτά που του ανήκουν, αγόρασε ένα όπλο και κρύψε την οικογένειά σου στο ντουλάπι. Για τον τον λευκό, δεν υπάρχει επικερδέστερη δουλειά από την εκμετάλλευση των μαύρων.

-Ίσως να έχεις δίκιο, Φάτς. Πρόσεξα ότι εμάς μας χρεώνουν διπλά για το δωμάτιο απ’ ό,τι στους λευκούς.

-Τσόλυ, αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, ακολούθησε τη συμβουλή μου. Αγόρασε όπλα κι ετοιμάσου να πεθάνεις όπως οι πρόγονοί μας. Από παιδί αυτά ακούω: πολεμούσαν για τα δικαιώματά τους χωρίς όπλα, χωρίς τίποτα. Ελευθερία ή θάνατος! Δείξε μου πού βρίσκεται ο ατομικός τους εξοπλισμός και  θα τους ξεσκίσω τους πουσταράδες!»

-Φατς, λες ότι οι μουσικοί δεν πρέπει να νοιάζονται για το χρήμα. Γιατί λοιπόν να μην αρνηθούμε τα λεφτά και τη φήμη και να παίζουμε στο εξής μόνο επειδή μας αρέσει όπως έκαναν κι οι παλιοί; Θα εμφανιζόμαστε στο κοινό που μας σέβεται και μας νιώθει. Έτσι θα καταλάβαινε όλος ο κόσμος ότι για μας η τζαζ είναι η ζωή μας.

-Νόμιζα ότι είχες και κάτι παιδιά, Μίνγκους. Τι θα φάνε οι γιοί σου στην Καλιφόρνια; Αέρα κοπανιστό;

-Ξέρεις τι θα κάνω; Θα γράψω ένα βιβλίο και θα τα κονομήσω. Έτσι θα μπορώ να παίζω και να συνθέτω όποτε μου κάνει κέφι. Στο κάτω κάτω αυτό είναι τζαζ: μεράκι.

-Και τι θα γίνει με τα βλαστάρια σου, Μίνγκους; Θα βγάλουν τα άντερά τους και θα τα φάνε; Τι θα κάνεις όταν θα σου φωνάζουν «Μπαμπά, πεινάω!»; Δυο λύσεις υπάρχουν: ή γίνεσαι νταβατζής ή παίζεις για το χρήμα.

-Προσπάθησα να γίνω νταβατζής, Φατς. Δεν μου πάει.

-Τότε θα συνεχίσεις να παίζεις για τα λεφτά.

~*~

Ο Φατς Ναβάρο πέθανε τον Ιούλιο του 1950 στη Νέα Υόρκη από φυματίωση και από εθισμό στα ναρκωτικά. Ήταν μόνο είκοσι έξι χρονών.