Έντεκα Με Μία - Χαρούλα Νικολαιδου

Heron – Το συγκρότημα που τραγουδούσε με τα πουλιά | ανοίγω το δίσκο και διαβάζω

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι η μετάφραση που έκανα από το εσωτερικό φύλλο της επανακυκλοφορημένης έκδοσης του δίσκου Twice As Nice & Half The Price του βρετανικού συγκροτήματος Heron. Το πολύτιμο αυτό υλικό που κυκλοφόρησε το 2013 από την εταιρεία Mapache Records, αποτελεί αληθινό ντοκουμέντο μίας εποχής όπου η μουσική δημιουργία έβγαινε μέσα από νέους ανθρώπους με όραμα, ανάγκη για πειραματισμό και προσωπική έκφραση μέσα από τη δημιουργική τους τέχνη. Απολαύστε το.

 

Αυτές είναι οι πρώτες  επανεκδόσεις της Mapache Records, και είναι πραγματικά μοναδικές! Είμαστε υπερήφανοι που παρουσιάζουμε  την πολυαναμενόμενη επανέκδοση του κλασικού άλμπουμ της θρυλικής prog-folk μπάντας Heron από το Μπέρκσαϊρ του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν υπάρχουν πολλές μπάντες σαν τους Heron, οι οποίοι ηχογράφησαν αυτά τα δύο άλμπουμ για την επιλεκτική εταιρεία Dawn, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τα οποία αποτελούν πραγματικά εικόνα της εποχής τους. Οι  Gerald T. Moore, Roy Apps, Tony Pook και Steve Jones έκαναν  το soundtrack των καιρών στους οποίους έζησαν. Τα πανέμορφα τραγούδια τους ξεκίνησαν σε ύφος acid-folk και κατέληξαν σε λαμπρά μείγματα διαφόρων στυλ, εξαιτίας των μαζικών μουσικών επιρροών που είχαν.

Ο Gerald έπαιζε chicago blues και στη συνέχεια soul για μερικά χρόνια πριν μετακoμίσει στο κολέγιο τέχνης Maidenhead όπου μελέτησε ζωγραφική και ανακατεύτηκε με τη φολκ μουσική, τους Dylan, Guthrie, Martin Carthy και πολλά άλλα.

«Υπήρχαν τόσα διαφορετικά είδη μουσικής εκείνο τον καιρό στη Βρετανία», θυμάται ο Gerald.  «Παραδοσιακή φολκ αλλά και αυτό που ονομάζεται σύγχρονη φολκ (contemporary folk). Ο John Martyn τραγουδούσε τραγούδια με μία ακουστική κιθάρα, αλλά είχε ένα νέο εξελισσόμενο στυλ. Η καινοτομία ήταν της μόδας. Όλοι προσπαθούσαν να κάνουν κάτι το “νέο”».

Τα “παλιά” στυλ των μπλουζ, της τζαζ  και του ροκ ν ρολ θεωρούνταν  ξεπερασμένα. Οι T. Rex  έπαιζαν με ακουστική κιθάρα και banjos, ο David Bowie έκανε συναυλίες με δωδεκάχορδη κιθάρα και με φυσαρμόνικα δεμένη στο λαιμό με ιμάντα. Είχαμε ακούσει τόσο διαφορετική μουσική ποικιλία, αλλά εμείς θαυμάζαμε τους The Incredible String Band, τους Fairport Convention και την Sandy Denny, τους Traffic, τον  Dylan και τους The Band, τους Beatles και τους Byrds.

Ήμασταν επηρεασμένοι σε μεγάλο βαθμό από τον παραγωγό Peter Eden. Εκείνος μας ενθάρρυνε να αναπτύξουμε “νέες” ιδέες και να κάνουμε πράγματα που άλλα συγκροτήματα ίσως  να μην τολμούσαν να κάνουν». «Προσωπικά»,  λέει ο Apps, «άκουγα ανάμεσα σε μεγάλο εύρος μουσικών επιλογών από  πολλά και διαφορετικά είδη. Υποθέτω πως οι αγαπημένοι μου ποπ/ροκ καλλιτέχνες ήταν ο Bob Dylan, ο Jimi Hendrix, οι Fairport Convention, οι The Incredible String Band, πολλοί καλλιτέχνες της Motown, οι Beatles, οι  Beach Boys και μια ολόκληρη συλλογή από τραγουδιστές/τραγουδοποιούς όπως ο John Martyn, ο Paul  Simon, ο Tim Hardin, ο Leonard Cohen, η Joni Mitchell, η Nina Simone κλπ.  -ο κατάλογος είναι ατελείωτος! Επίσης άκουγα και προσπαθούσα να παίξω, ως επί το πλείστον πάρα πολύ άσχημα, κλασική μουσική!»

Αφού επεξεργάστηκαν  τα πρώτα τους τραγούδια, άρχισαν να σκέφτονται να τα ηχογραφήσουν και αυτό θα ήταν ακόμα ένα από τα μοναδικά πράγματα που έκαναν οι Heron με τη μουσική τους. «Είμασταν ως επί το πλείστον αυτό που θα αποκαλούσε κάποιος «country boys» (χωριατόπαιδα) και οι πρώτες μας  συνεδρίες για τη δισκογραφική εταιρεία ήταν στο μεγάλο υπόγειο στούντιό τους στο κεντρικό Λονδίνο», θυμάται ο Apps. «Ήταν μία εμπειρία  μάλλον φοβιστική και μουσικά ανασταλτική. Η εταιρεία PYE είχε μόλις  επενδύσει σε ένα νέο κινητό σύστημα καταγραφής και  άρεσε σε όλους η ιδέα να το πάρουμε εκτός για να ηχογραφήσουμε το πρώτο άλμπουμ σε ένα πιο άνετο και λιγότερο πιεστικό περιβάλλον, όπου θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα και πιο χαλαρά. Νομίζω πως η δισκογραφική εταιρεία, η οποία βρισκόταν πάντα σε επιφυλακή για το καλύτερο μάρκετινγκ, ήταν αρκετά πρόθυμη για την ιδέα του εξωτερικού χώρου – όμως αυτή δεν ήταν η αιτία που το κάναμε εκείνη την περίοδο».

«Υπήρχε ένα κίνημα στο Λονδίνο που ονομαζόταν “Getting it together in the country”, επίσης ένα κίνημα στην Αγγλία έξω από τις μεγάλες πόλεις. Πολλοί άνθρωποι μετακόμισαν  στην Ουαλία. Ο Tony νοίκιασε ένα μέρος στον αγρό, στο Appleford. Η κίνηση δεν ήταν πολύ μακρυά, εμείς κάναμε τις πρόβες μας στο αγρόκτημα, και μας φαινόταν πολύ φυσική διαδικασία», προσθέτει ο Gerald.

Και μπορείς πραγματικά να νιώσεις αυτό το χαλαρωτικό περιβάλλον μέσα σε αυτούς τους δίσκους , όπως επίσης μπορείς να ακούσεις τα πουλιά που τραγουδούν μαζί με την μπάντα,  που είναι ένα ακόμα μαγικό στοιχείο σε αυτήν.

«Ο καιρός ήταν υπέροχος, ίσως λίγο παραπάνω ζεστός. Έριχνε τους ρυθμούς», θυμάται ο Gerald. Ο Apps προσθέτει: «Ο καιρός ήταν πραγματικά υπέροχος την κάθε μέρα των sessions  – όπως φαίνεται και στη φωτογραφία στο  εξώφυλλο του άλμπουμ – οπότε ήμασταν πολύ τυχεροί, που η Αγγλία ήταν έτσι. Αν είχε βρέξει, θα μπορούσε να ήταν η απόλυτη καταστροφή. Η ηχογράφηση, όπως θυμάμαι, ήταν εξαιρετικά εύκολη. Ο Peter Eden ήταν ένας  εξαιρετικά ταλαντούχος παραγωγός – και κατάφερε πολύ γρήγορα να μας διευκολύνει. Είχαμε προβάρει όλα μας τα τραγούδια εξονυχιστικά και για την ακρίβεια είχαμε παίξει τα περισσότερα από αυτά σε συναυλίες πολλούς μήνες , οπότε δεν είχαμε να ανησυχούμε για τη δομή των τραγουδιών, τους στίχους ή τις ενορχηστρώσεις και το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να επικεντρωθούμε στην απόδοσή τους. Θυμάμαι μία επίσκεψη – έκπληξη , μία μέρα των προβών μας στο αγρόκτημα , όταν ο Roger  Daltrey (σσ. The Who)  εμφανίστηκε από το πουθενά για να δει τι συνέβαινε. Δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς γνώριζε για τη φάση, αλλά όπως και να έχει, αυτός απλώς οδήγησε μέχρι την αυλή του αγροκτήματος παρέα με την αμερικανίδα φίλη του και τη μαύρη του Ford Mustang και άραξε  μαζί μας ακούγοντάς  μας που παίζαμε, πίνοντας αρκετά φλυτζάνια τσαγιού. Τότε σκεφτόμουν πόσο κουλ ήταν όλο αυτό.

 

Το πρώτο άλμπουμ των Heron  είναι πραγματικά ένα σπουδαίο φολκ άλμπουμ. Κάποιοι άνθρωποι το πρόσεξαν, αλλά δυστυχώς απέτυχε να επιδράσει πραγματικά. «Πιστεύω  το  “Only a Hobo” δημιούργησε κάποια αίσθηση,  όμως μερικοί άνθρωποι “του χώρου” θεώρησαν ότι ήταν ένα νέο είδος ποιμενικής μουσικής.  Η μελωδική φύση των τραγουδιών και η αισθητική της ενορχήστρωσης καθώς και οι αρμονίες… Ήταν μια στιγμή στο χρόνο, αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις στιγμές, δεν μπορούσε να ανακτηθεί» (Gerald).

 

 

«Ήταν, βέβαια, μια εξαιρετικά υπερήφανη στιγμή όταν μπήκαμε για πρώτη φορά σε ένα δισκοπωλείο και είδαμε το πρώτο μας άλμπουμ στα ράφια – είναι ένα πράγμα που και τώρα μου αρέσει πάρα πολύ, να βλέπω κάτι με το οποίο έχω εμπλακεί στη δημιουργία του να εμφανίζεται στην αγορά ή στην τηλεόραση και το  ραδιόφωνο, ανεξάρτητα από το πόσο επιτυχημένο ή όχι θα γίνει τελικά!» (Apps).

«Η αντίδραση από τους κριτικούς και τους dj του ραδιοφώνου ήταν πραγματικά πολύ καλή – και μάλλον με αιφνιδίασε! Μεταξύ άλλων, ο John Peel ιδιαίτερα έπαιζε πολύ τακτικά  διάφορα κομμάτια στις εκπομπές του και όλες οι κριτικές στα μουσικά περιοδικά ήταν πραγματικά εξαιρετικές. Ήταν μια συναρπαστική περίοδος! Η δισκογραφική εταιρεία ωστόσο, δυστυχώς, αν και προώθησε μία σύντομη περιοδεία στην Αγγλία, δεν ήταν πολύ δραστήρια ή επίμονη στην  προώθησή μας και έτσι οι πωλήσεις ήταν αρκετά μέτριες. Οι αντιδράσεις του κοινού, όποτε μας άκουγαν, ήταν εξαιρετικά θετικές αλλά, δυστυχώς, δεν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι έξω από την underground σκηνή που να μας έχουν ακούσει. Ακόμη είμαι πολύ περήφανος για όλα τα πράγματα που ηχογραφήσαμε τότε – ακόμη υπάρχει μία  φρεσκάδα και το πιο σημαντικό, στέκει πολύ καλά και σήμερα, σε αντίθεση με την τότε χίπικη μουσική! Έχω περάσει αρκετό  χρόνο στις ΗΠΑ, κυρίως στο Λος Άντζελες τα τελευταία χρόνια, και κάθε φορά που παίζω κάτι από το παλιό μας υλικό, η αντίδρασή των αμερικανών  πάντα είναι του στυλ «γιατί δεν το έχουμε ακούσει ποτέ ξανά αυτό; Είναι υπέροχο!». Δυστυχώς, η δισκογραφική εταιρεία μας, δεν μας έστειλε ποτέ στις ΗΠΑ. Τόσο άχρηστοι ήταν. Ακόμη το  πιστεύω πως η Καλιφόρνια θα ήταν ένα τέλειο άλμα για μας το 1971/72».

Παρ ‘όλα αυτά, οι Heron συνέχισαν την περιπέτεια τους και ξεκίνησαν να δουλεύουν το δεύτερό τους άλμπουμ.

«Επειδή ερχόμουν από ένα blues/soul backround  ήμουν πάντα πρόθυμος να αναπτύξω έναν non folk ήχο με το μπάσο και τα ντραμς.  Μου άρεσαν μεταξύ άλλων οι Creedence Clearwater Revival και το πως μπορείς να κάνεις ένα φολκ και country τραγούδι να ακούγεται ροκ.  Με τρία ακόρντα το  «Big A» ήταν σε αυτό το ύφος. Νομίζω ότι είναι δίκαιο να πω ότι οι άλλοι δεν ήταν και πολλοί άνετοι με το μπάσσο και τα ντραμς.  Ταυτόχρονα εκείνη την περίδο η μπάντα αναπτυσσόταν πολύ γρήγορα.  Ο πρώτος  δίσκος περιείχε τα τραγούδια που παίζαμε σε συναυλίες, κυρίως φολκ συναυλίες που παίζαμε  στο Berkshire αλλά και στο  Λονδίνο.  Το δεύτερο άλμπουμ είχε επίσης τραγούδια που παίζαμε σε συναυλίες αλλά διαφορετικά τραγούδια και διαφορετικές συναυλίες.  Το ρεπερτόριό μας  αυξανόταν ταχύτατα.  Πολλά από τα τραγούδια ήταν μέρος του σόλο ρεπερτορίου μου όπως το “John Brown”,  “The Great Dustorm”, “Big A”, “You Really Got A Hold On Me”,  “This Old Ηeart Of Mine”, “Madman”.  Πιστεύω πως μέσα από τις συναυλίες αναπτύξαμε ένα στυλ παιξίματος που ήταν “any style”  μπορεί και να ήταν “no style”. Ήθελα ο κόσμος να το ακούσει, το κάτι διαφορετικό από το πρώτο μας άλμπουμ».  (Gerald).

 

 

«Στην  πραγματικότητα  δεν αλλάξαμε  τίποτα στο δεύτερο άλμπουμ, εκτός από την προσθήκη των ντραμς και του μπάσου.  Βασικά ήμασταν  πολύ νέοι και εξακολουθούσαμε να πειραματιζόμαστε με διάφορα στυλ και είδη, όπως κάναμε δηλαδή από την αρχή.  Οι Heron ήταν πάντα (και εξακολουθούν να είναι) τα τραγούδια τους, μαζί με την οποιαδήποτε ενορχήστρωση νιώθαμε ότι ταιριάζει για να τα συνοδεύει.  Πάντα μας άρεσε να πειραματιζόμαστε σε νέα πράγματα και σε γενικές γραμμές καταφέρναμε να παίρνουμε τον κόσμο, το κοινό μαζί μας (αφού δεν παίρναμε τις δισκογραφικές…) (Apps).

Οι ηχογραφήσεις για το Twice & a Half  ήταν και αυτές τελείως διαφορετικές.  Έξω από επαγγελματικό στούντιο.

«Ηχογραφήσαμε το δεύτερο δίσκο στο χωριό Black Dog, στο Devon. Θέλαμε να «ξεφύγουμε στην εξοχή», αλλά να περάσουμε περισσότερο χρόνο εκεί και να το κάνουμε “καλύτερα”. Το Appleford είναι περίπου 60 μίλια από το Λονδίνο, το Black Dog είναι περίπου 200 μίλια.  Περάσαμε ολόκληρες εβδομάδες εκεί κάνοντας πρόβες και τουλάχιστον μια εβδομάδα ηχογραφώντας,  αντί για δύο μέρες όπως στο Appleford. Το γεγονός ότι ηχογραφήσαμε σε έναν αγρό στο Appleford προκάλεσε μια μικρή επανάσταση στην  PYE (σσ. η εταιρεία PYE).  Το να ηχογραφήσουμε εκτός στούντιο θεωρήθηκε αντιεπαγγελματικό.  Έβαλαν μερικές μαγνητοταινίες μέσα σε ένα βαν και αυτοσχεδίασαν.  Από τη στιγμή που κάναμε το δεύτερο άλμπουμ το λάτρεψαν.  Δεν υπήρχαν κινητές μονάδες  ηχογράφησης αλλά στο Black Dog χρησιμοποιήσαμε τη νέα μονάδα κινητών εγγραφών της PYE. Διασκεδάσαμε πολύ που βάλαμε τα τύμπανα στην κουζίνα, για τον “ζωντανό” ήχο. Το hammond leslie στην κορυφή της σκάλας για να πετύχουμε τον  απομακρυσμένο “echo y” ήχο.  Τα δε φωνητικά, έξω στο γρασίδι για μεγαλύτερη ευκρίνεια και  στεγνό ήχο.  Όλα  τα χειρίστηκε έξοχα ο παραγωγός μας Peter Eden και ο μηχανικός ήχου Terry» (Gerald).

«Η διαδικασία για να ηχογραφηθεί το κάθε κομμάτι ήταν τόσο διασκεδαστική – αν και λίγο πιο δύσκολη. Καταρχάς τα τραγούδια  ήταν όλα σχεδόν αρκετά νέα για εμάς και συνεπώς δεν τα είχαμε παίξει πολύ όπως του πρώτου άλμπουμ και επί πλέον, ήταν σχεδόν νέα εμπειρία να δουλεύουμε  τόσο πολύ live με το μπάσο και τα ντραμς.  Ο Τόνι είχε μετακομίσει από το Appleford, όπου είχαμε ηχογραφήσει τον πρώτο δίσκο, οπότε έπρεπε να βρούμε ένα νέο  χώρο για την ηχογράφηση – ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν ένα παλιό αγρόκτημα στο Black Dog στο Devon, ένα κομμάτι της χώρας που αγαπούσαμε όλοι.

Οι χωρικοί ήταν πολύ φιλικοί μαζί μας, πέρα από το γεγονός ότι μας μέθυσαν όλους πάρα πολύ την πρώτη νύχτα  με μηλίτη. Ήταν μία μαγική στιγμή.  Νομίζω πως το κομμάτι που θυμάμαι να ηχογραφώ με περισσότερη αγάπη ήταν το “Winter Harlequin” – πολύ ευαίσθητο κομμάτι και (για εμάς εκείνη την περίοδο) αρκετά περίπλοκο και επίσης το τελευταίο κομμάτι των ηχογραφήσεων.  Δείχνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, πιστεύω, την ίδια μουσική εν συναίσθηση που είχα με τον Gerald τότε, όταν οι δυο μας παίζαμε μαζί κιθάρα.

 

 

Θυμάμαι να φτάνουμε στο τέλος του κομματιού και τις τελευταίες νότες να έχουν σβήσει. Ρώτησα τα παιδιά στο control room, πάνω από το talkback, «Πώς ήταν;».  Μετά από μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, όλoι αναφώνησαν WOW!”  Ακόμα ανατριχιάζω όταν ακούω αυτό το κομμάτι, ακόμα και σήμερα!».

Αυτά τα sessions υπήρξαν πολύ γόνιμα, με πολλές ιδέες και τραγούδια τα οποία κατέληξαν σε ένα διπλό  άλμπουμ.

«Από ό,τι θυμάμαι, ήθελα να ηχογραφήσω όλα τα διαφορετικά στυλ που παίζαμε και ένα μόνο άλμπουμ δεν ήταν αρκετό. Η δισκογραφική εταιρεία ήταν αντίθετη και ήθελε να μας κρατήσει όπως ήμασταν, στη «σιγουριά», (αν και δεν ήταν αρκετά σίγουροι τι ήταν αυτή η «σιγουριά») και σαν μία μπάντα που θα κυκλοφορούσε παρόμοια άλμπουμ με το πρώτο τους». (Gerald).

«Από όσο θυμάμαι, δεν υπήρχε αρχικά σχέδιο για ηχογράφηση διπλού άλμπουμ – αν και άλλα μέλη της μπάντας το θυμούνται διαφορετικά.  Απλώς θυμάμαι πως είχαμε πολλά τραγούδια, όπως επίσης το κινητό στούντιο στη διάθεσή μας για μία εβδομάδα. Έτσι, πιστεύω ότι καταγράψαμε όσο το δυνατόν περισσότερα τραγούδια, με την προοπτική ότι θα επιλέγαμε τα καλύτερα. Μπορεί και να είμαι λάθος, αλλά νομίζω ότι η ιδέα του διπλού άλμπουμ ήρθε αργότερα! (Apps).

«Μετά το δεύτερο άλμπουμ,  γεμάτο με όμορφες μελωδίες, αλλά ίσως λίγο ακανόνιστο από την άποψη του στυλ,  τα πάντα άλλαξαν για τους Heron», θυμάται ο Apps για εκείνον τον καιρό.

«Η δισκογραφική εταιρεία δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο με το project των Heron.  Το 1972 φτάναμε προς το τέλος της εποχής όπου οι δισκογραφικές  εταιρείες στα πλαίσια της πολιτικής τους θα έπαιρναν το ρίσκο να υπογράφουν με άγνωστα συγκροτήματα, με την προοπτική της εξέλιξής τους μέσα στα χρόνια και μέσα από αρκετά άλμπουμ.  Εν συντομία,  οι λογιστές άρχισαν να αναλαμβάνουν και, ενώ η δισκογραφική βιομηχανία μέχρι τότε αποτελείτο από παλιούς, έμπειρους μουσικούς με βλέψη προς νέα υποσχόμενα ταλέντα, τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών  τα κατέλαβαν αστοί που απαιτούσαν άμεσα κέρδη!  Συνεπώς,  λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του δεύτερού μας άλμπουμ, συναντηθήκαμε με τον παραγωγό μας Peter Eden ο οποίος μας πληροφόρησε ότι η Pye / Dawn δεν θα έκανε άλλους δίσκους μαζί μας.  Πέρα από  τις μέτριες πωλήσεις, ένας από τους κυριότερους λόγους της εταιρείας για αυτήν της την απόφαση ήταν στην πραγματικότητα η ίδια  η ποικιλομορφία της μουσικής μας στο δεύτερο άλμπουμ.  Με άλλα λόγια, ένιωσαν ότι η μουσική μας δεν είχε  σαφή κατεύθυνση ή μουσική ταμπέλα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς του μάρκετινγκ.  Τα νέα αυτά υπήρξαν καταστροφικά για μένα προσωπικά, και είμαι σίγουρος ότι το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους- και μου ήταν  δύσκολο να  ξεπεράσω αυτή την  απογοήτευση εκείνη την περίοδο και να δω πώς θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε με τους Heron  παραπέρα.  Ουσιαστικά, από αυτό το σημείο ήταν που ξεκινήσαμε σιγά-σιγά να απομακρυνόμαστε και ο καθένας ξεχωριστά να κάνει τα δικά του project.  Ποτέ βέβαια δεν διακόψαμε εντελώς τους Heron. Ηχογραφήσαμε και άλλους δίσκους τα επόμενα χρόνια, με το δικό μας στίγμα και με διάφορα line-up, αλλά οι συναυλίες όλο και λιγόστευαν. Αυτό μέχρι τα τελευταία χρόνια. Τώρα εργαζόμαστε σκληρά με την ελπίδα να αυξήσουμε την επιτυχία και έτσι το συγκρότημα να απογειωθεί.

Από τον μπροστινό κήπο του NGradio

 

Το κείμενο όπως υπάρχει μέσα στην έκδοση της Mapache Records (πρώτη πλευρά).

Φωτογραφίες από τη δεύτερη πλευρά του κειμένου.