Έντεκα Με Μία - Χαρούλα Νικολαιδου

Με τον Martin Turner πριν ανέβει στη σκηνή του ΚYTTAΡO club.

 

Είναι κυρίως η συναισθηματική αξία που μετράει για να περάσεις καλά. Όταν ο Martin Turner ήταν εικοσάρης ή τριαντάρης, μαζί παρακαλώ με τους συγκλονιστικούς Πάουελ και Tέρνερ, φαντάζομαι-είμαι σίγουρη πως θα ήταν χιλιάδες φορές καλύτερος από ότι εν έτει 2018 που τον είδα εγώ και καμιά εξακοσαριά ακόμα στο Κύτταρο.

Όμως το συναίσθημα ότι βρίσκεσαι στο live ενός μουσικού με τον οποίο έχεις κυριολεκτικά φάει το φαγητό σου, έχεις διαβάσει για το σχολείο σου, έχεις κάνει έρωτα, έχεις κοιμηθεί με τη φωνή του στα αυτιά σου, είναι απλώς  ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ.

Δεν μπορώ να το βάλω καλύτερα σε λόγια. Η συνεύρεση με αυτόν τον μουσικό καθώς και με ένα τσούρμο αγνώστων γύρω σου, είναι σαν να βλέπεις σε ταινία τις πιο αγαπητές σου εφηβικές στιγμές. Σε πιάνει το στομάχι σου, συγκινείσαι, χαίρεσαι… νιώθεις χαρά που τόσο την έχεις ανάγκη. Ειλικρινά, κάθε φορά που παρευρίσκομαι σε τέτοια τύπου συναυλίες, πολλές φορές μου περνάει η σκέψη ότι όλοι μας εκεί μέσα είμαστε τρελοί. Από τη μοναξιά του δωματίου σου, τη μοναξιά των ακουστικών σου, στην απόλυτη γύμνια. Ο,τι έχεις νιώσει μόνος σου, εξαιτίας της μουσικής, ξαφνικά το ξαναπερνάς, το νιώθεις μαζί με πολλές εκατοντάδες άτομα.

Μπορείς να φωνάξεις με την άνεσή σου τους στίχους και να μην ενοχλείς κανέναν. Απελευθέρωση. Και αγάπη. Το έχω ξαναπεί, οι συναυλίες είναι σαν εκκλησία. Όλοι μαζί, γνωστοί και άγνωστοι, συγκεντρωμένοι με συναίσθημα αγάπης, στο ίδιο πράγμα.

Ο κύριος Mάρτιν Τέρνερ  ήταν εξαιρετικός, όπως και οι υπόλοιποι μουσικοί. Ακούσαμε τραγούδια που αγαπήσαμε από τους Wishbone Ash, καθώς και όλο το “Argus”. Τα φωνητικά ήταν εξαιρετικά. Τραγουδούσαν ο Τέρνερ, ο κιθαρίστας Ντάννυ Γουίλσον και ο ντράμερ Tιμ Μπράουν. Οι δύο κιθαρίστες ( Danny Wilson και Misha Nikolic ) αντεπεξήλθαν και με το παραπάνω στα κιθαρίστικά μέρη των Powell και Turner. Ο Μάρτιν κάπως βραχνιασμένος πια, αλλά πολύ πολύ καλός. Το χαρακτηριστικό του βιμπράτο εκεί, παρόν. Η πορτοκαλάδα που έπινε συχνά πυκνά πάνω στη σκηνή, βοηθάει τις φωνητικές χορδές, για όσους δεν το ξέρουν. Δεν στερείται βέβαια της απόλαυσης του τσιγάρου. Απλώς δεν καπνίζει βαριά τσιγάρα. Ούτε τράκα δεν κάνει. Το δικό μου Marlboro που του πρόσφερα, δεν το δέχτηκε, ακριβώς επειδή ήταν πολύ βαρύ για εκείνον.

 

Σίγουρα όταν ένας άνθρωπος σαν τον Μάρτιν, που έχει γευτεί τη δόξα του ροκ σταρ, από την εποχή που ήταν πάρα πολύ νέος, σίγουρα λοιπόν η άφιξη των δικών του παιδιών, του αλλάζει τη ζωή. Αυτά μου έλεγε μισή ώρα πριν ανέβει στην σκηνή.

«Λέω στα κορίτσια μου, παιδιά εγώ είμαι ένας ροκ σταρ! Και εκείνες με κοροϊδεύουν λέγοντάς μου πως είμαι ένας ξεπερασμένος αρχαίος γερο ροκάς». Γελούσε όταν τα έλεγε αυτά. Κοίτα να δεις, σκέφτηκα εγώ. Έτσι στα φέρνει η ζωή, που η παρουσία πολύ αγαπητών σου προσώπων, σε επαναφέρει στη γη, δεν σε αφήνει να πάρουν τα μυαλά σου αέρα. Ο Μάρτιν ήταν πάντως πολύ φιλικός, κοινωνικός και με πολύ χιούμορ. Και του εύχομαι ολόψυχα να κάνει το ταξίδι που ονειρεύεται στη Ρωσία. Για κάποιο λόγο, νιώθει οικεία με την κουλτούρα των Ρώσων, τη μουσικής τους και τη νοοτροπίας τους. (Λατρεύει  τον Τσαικόφσκυ και τον Ραχμάνινοφ). Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς. Έμεινε τρία χρόνια στο Κεντάκι. Για τη Νέα Υόρκη είχε ξεκινήσει, αλλά τελικά βρέθηκε στο Κεντάκι.

Οι Αμερικανοί, μου έλεγε, είναι σε αυτό το στυλ: αλλάζει ύφος, καμπουριάζει λίγο και απλώνει μπροστά το χέρι του και αρχίζει να φωνάζει με  αμερικάνικη προφορά: «HEY MARTIIIIN! HOW ARE YOU MAN??…BLA BLA BLA….” Όταν αναλογίστηκα πόσους φίλους πραγματικούς έκανα εκεί, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα κάνει απολύτως κανέναν». Έτσι έφυγε. Αφού είδε με τα μάτια του πόσο πωρωμένοι και παρανοϊκοί είναι σε ένα μεγάλο τους μέρος. Μου περιέγραψε ένα σκηνικό, στο οποίο είναι στο αυτοκίνητο με έναν Αμερικάνο και στο δρόμο περάσανε μπροστά από έναν μαύρο. Ο Αμερικάνος τότε έκανε το δάχτυλό του σαν όπλο και με το στόμα «πυροβόλησε». Ρωτάει τότε ο Μάρτιν: « Συγγνώμη φίλε, τον γνωρίζεις τον άνθρωπο; Σου έχει κάνει κάτι’» και εκείνος του απάντησε με απόλυτη φυσικότητα «Καλά δεν τον είδες που ήταν μαύρος; Άκου φίλε, ετοιμαζόμαστε για εμφύλιο πόλεμο! Να το θυμάσαι! Εγώ έχω τα όπλα μου στο σπίτι, και είμαι έ-τοι-μος!» «Πώς σε είπαμε κορίτσι μου; Οι άνθρωποι εκεί είναι παρανοϊκοί. Όχι όλοι , αλλά πολύ μεγάλο μέρος τους”.

– Ha-rou-la.

-What? Wait! Ka – lou…

-No, no! Rou- la, Ha – rou – la

Πολύ γέλιο…δεν το είπε ποτέ σωστά. Αλλά who cares?

Κι εγώ, για να είμαι ειλικρινής , αν δεν είχα μπει την προηγούμενη μέρα στο facebook του για να δω πώς είναι τώρα, δεν θα τον αναγνώριζα. Και έτσι στον άδειο διάδρομο των καμαρινιών του Κυττάρου, θα τον είχα προσπεράσει! Ευτυχώς…

 

Ο Μάρτιν ευχαρίστως θα ερχότανε μαζί μου στον σταθμό. Πέντε το πρωί όμως θα πετούσε για… δεν έχω ιδέα, δεν ρώτησα. Του έκανε εντύπωση όταν του είπα πως στην εκπομπή μου παίζω και Wishbone Ash. Πώς θα μπορούσα να κάνω αλλιώς; του είπα. Πρέπει να τονίσω πως η διάθεσή του, η αύρα του, τα ρούχα του, η αναπνοή του ακόμα, όλα ήταν πεντακάθαρα. Και το βλέμμα του επίσης. Εβδομήντα ενός παρακαλώ πολύ. Άψογος. Ακμαίος. Νά  ‘ναι καλά.

 

Από τα παιδιά του, την βρήκε ακόμα και με τους Abba. Την εποχή που είχαν κάνει το μεγάλο μπαμ, δεν του άρεσαν καθόλου. Ξέρεις, μου λέει περιπαιχτικά, εγώ τότε ήμουν ένας σοβαρός μουσικός. Και έκανε με το χέρι του κίνηση όπως παίζει το μπάσο του. Χαρακτηριστικά μου έλεγε πως τους είχε δει στην τηλεόραση και πως η εικόνα των δύο κοριτσιών να κουνάνε γοφούς και μέσες για να αρέσουν τον απώθησε. Χρόνια μετά,  τα κορίτσια του, του ζήτησαν να τους αγοράσει σιντί  με best of των Abba. «Whaat? Abba? Are you sure?”. Τότε,  τους «ανακάλυψε» και πάλι και μου είπε χαρακτηριστικά: Μία, δύο, τρεις φορές, ε! Μετά σου κολλάνε τα ταγούδια! Και όχι μόνο! Ταυτίζεσαι και με τη διάθεση και τραγουδάς και χαίρεσαι! Και με το The Winner Takes It All κλαίς! Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς».

 

Μια ακόμα συνάντηση του έκανε εντύπωση. Βρέθηκε στο στούντιο του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο Λονδίνο, και ήταν εκεί και ο Ντέμης Ρούσσος. «Με τον Ντέμη Ρούσσο, μου λέει, λογικά θα την βρίσκουν μεσήλικες χοντρές κυρίες… χοχο Αλλά αυτό που άκουσα στο στούντιο του Παπαθανασίου ήταν απίστευτο! Η φωνή του έκανε κάτι απίστευτες μελωδίες μαζί με τα πλήκτρα του Παπαθανασίου». Δυστυχώς δεν θυμότανε ποιο έργο ήταν…

Αυτή η συζήτηση έγινε μπροστά από μία αφίσα των Socrates Drank The Conium που τόσο ωραία είναι κολλημένη στον τοίχο. Όσοι έχετε πάει στο Κύτταρο, την ξέρετε καλά. Του μίλησα για τον Γιάννη Σπάθα και την αξία του. Δεν τον ήξερε. Τότε ήταν που άρχισα να του λέω για την ηπειρώτικη μουσική και πως ήμουν σίγουρη ότι θα του άρεσε πολύ. Μου απάντησε αναφέροντάς μου ότι τον τελευταίο καιρό ακούει ινδουιστική μουσική, που τυχαία άκουσε σε ένα δισκάδικο στην Αμερική και πως, πάλι με απίστευτο χιούμορ μου έλεγε πως αμέσως ο πωλητής του το πλάσαρε για να το αγοράσει. Και εκείνος το αγόρασε όντως. Μου ανέφερε μία τραγουδίστρια , της οποίας το όνομα δεν το συγκράτησα.

Χαιρετιστήκαμε όμορφα με την υπόσχεση να τα ξαναπούμε. Και μετά τον ξαναείδα επί σκηνής.

Πέρασα υπέροχα. Παίξανε καταπληκτικά.

Όταν λέγαμε για τα κατοικίδιά μας ( εκείνος έχει γάτα ) ξέχασα να του πω πως ο ένας από τους τέσσερις σκύλους μας έχει το όνομα Άργος – Argus… Νομίζω θα γελούσε πολύ…

Και τέλος, όπως μου συμβαίνει σχεδόν πάντοτε σε ανάλογες καταστάσεις, επειδή η συνάντησή μου μαζί του έγινε τυχαία, δεν μπήκα καν στη λογική να του ζητήσω να βγούμε φωτογραφία μαζί. Τώρα λίγο με στενοχωρεί. Όμως τη γνωριμία μας και τη μικρή μας συζήτηση δεν τις αλλάζω με καμία σέλφι.

 

 

Ακούσαμε τα κομμάτια: Runaway, Written in the Stars, Errors of my Way, Front Page News, Persephone, The Pilgrim, Silver Shoes , Blind Eye, Doctor, Jail Bait και ολόκληρο το άλμπουμ Argus.