Φοίβος Πιομπίνος

04/8/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΛΔ’): τα ρήματα κακοκαρδίζω, κάμπτομαι, καταζητούμαι, καταχωρίζω και κλίνομαι

    Το ρήμα κακοκαρδίζω έχει και τις δύο έννοιες του στενοχωρώ κάποιον, τού χαλάω τη διάθεση, τον κάνω να χάσει το κέφι του  (π.χ. δεν το είπε στους γονείς του ότι απολύθηκε, επειδή δεν ήθελε να τους κακοκαρδίσει)  και στενοχωριέμαι (π.χ. κακοκάρδισα με όσα παράπονα μού είπε η μνηστή μου).  Ωστόσο σε ορισμένα λεξικά αναφέρεται και η φωνή κακοκαρδίζομαι.

Η μετοχή κεκαμμένος του ρήματος κάμπτομαι χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο, που σημαίνει πως κάποιος βρίσκεται σε στάση ή θέση κάμψης (π.χ. το πτώμα του βρέθηκε κεκαμμένο μες στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του).

Η μετοχή καταζητούμενος του ρήματος καταζητούμαι χρησιμοποιείται ευρύτατα ως ουσιαστικό (π.χ. ο καταζητούμενος ταμπουρώθηκε σ΄ένα πρατήριο βενζίνης, κρατώντας όμηρο τον ιδιοκτήτη του).

Το ρήμα καταχωρίζω, -ομαι συντίθεται από την πρόθεση κατά και το ρήμα χωρίζω και όχι από την πρόθεση κατά και το ρήμα χωρώ (π.χ. η εφημερίδα καταχωρίζει δωρεάν τέτοιου είδους αγγελίες). Επομένως είναι λαθεμένοι οι τύποι καταχωρώ, καταχώρησα,, καταχωρούμαι κτλ.

Το ρήμα κλίνομαι στην παθητική αυτή μορφή του χρησιμοποιείται μόνο για την κλίση ρημάτων, ενώ η μετοχή του κεκλιμένος έχει ρόλο επιθέτου και σημαίνει αυτός που παρουσιάζει κλίση, που είναι επικλινής (π.χ. ο κεκλιμένος πύργος της Πίζας, κεκλιμένη επιφάνεια, κεκλιμένο επίπεδο).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com