Φοίβος Πιομπίνος

10/3/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΚΓ’): το πολυσήμαντο ουσιαστικό «νάρκη»

Η λέξη νάρκη σημαίνει τα εξής:

  • την προσωρινή ελάττωση ή απώλεια των αισθήσεων και της κινητικής ικανότητας, την πρόσκαιρη παράλυση που προκαλείται από έντονο φόβο ή άλλο ισχυρό συναίσθημα, την αποπληξία κ.λπ.
  • την έντονη τάση προς ύπνο, την κατάσταση βαθέος ύπνου ή ληθάργου (γύρισα κατάκοπος στο σπίτι κι αμέσως βυθίστηκα σε νάρκη)
  • την κατάσταση μειωμένης δραστηριότητας του μεταβολισμού, στην οποία πέφτουν πολλοί οργανισμοί, όταν οι περιβάλλοντικές συνθήκες γίνονται αντίξοες: χειμερία νάρκη που εκδηλώνεται σε ορισμένα θηλαστικά, ερπετά και ψάρια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και θερινή νάρκη στην οποία πέφτουν ορισμένα ζώα των θερμών περιοχών για να αποφύγουν τις αντίξοες συνθήκες της θερινής ξηρασίας
  • το ψάρι της κατηγορίας των σελαχίων που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό ότι ναρκώνει, παραλύει ή και φονεύει με ηλεκτρική εκκένωση το θύμα του, όταν το ακουμπήσει, και ονομάζεται κοινά μουδιάστρα
  • την εκρηκτική πολεμική συσκευή που θάβεται στη γη ή βυθίζεται στη θάλασσα και ανατινάζει οτιδήποτε προσκρούει επάνω της (το πολεμικό ναυτικό πόντισε νάρκες γύρω από το νησί για να το προστατέψει).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com