Φοίβος Πιομπίνος

12/5/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΞΖ’): το πολυσήμαντο ουσιαστικό «νάρκη»

Η λέξη νάρκη σημαίνει: 1. την προσωρινή ελάττωση ή απώλεια των αισθήσεων και της κινητικής ικανότητας, την πρόσκαιρη παράλυση που προκαλείται από έντονο φόβο ή άλλο ισχυρό συναίσθημα, αποπληξία κ.λπ. (π.χ. πέφτω σε νάρκη) 2. (ειδικότ.) την έντονη τάση προς ύπνο, την κατάσταση βαθέος ύπνου ή λήθαργου (π.χ. από την κούραση βυθίστηκα σε νάρκη μόλις έπεσα στο κρεβάτι) 3. ΒΙΟΛ την κατάσταση μειωμένης δραστηριότητας του μεταβολισμού και μακράς ύπνωσης, στην οποία πέφτουν πολλοί οργανισμοί, όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες γίνονται αντίξοες· έτσι έχουμε τη χειμερία νάρκη, δηλαδή την κατάσταση εκείνη του χαμηλότατου μεταβολισμού και μειωμένης θερμοκρασίας του σώματος, που εκδηλώνεται με βύθισμα σε λήθαργο και παρατηρείται σε ορισμένα θηλαστικά (π.χ. στους σκαντζόχοιρους) , αμφίβια (π.χ. στους βατράχους), ερπετά (π.χ. στις χελώνες) και ψάρια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και τη θερινή νάρκη, δηλαδή την κατάσταση εκείνη της αδράνειας, στην οποία πέφτουν ορισμένα ζώα των θερμών περιοχών, για να αποφύγουν τις αντίξοες συνθήκες της θερινής ξηρασίας  4. την ελάττωση των διανοητικών λειτουργιών της σκέψης και της κρίσης, την αδράνεια του πνεύματος, συνώνυμη της αποχαύνωσης, της αποβλάκωσης (π.χ. η ημιμάθεια κταλήγει σε πνευματική νάρκη)   5. το ψάρι της κατηγορίας των σελαχίων, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό να ναρκώνει, να παραλύει ή και να φονεύει με ηλεκτρική εκκένωση το θύμα του, όταν το ακουμπήσει  6. ΣΤΡΑΤ την εκρηκτική πολεμική συσκευή που θάβεται στη γη ή βυθίζεται στη θάλασσα και ανατινάζει οτιδήποτε προσκρούει επάνω της (π.χ. κατα τον πόλεμο οι Γερμανοί πόντισαν νάρκες στο Αιγαίο).

 

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com