Φοίβος Πιομπίνος

21/1/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΝΣΤ’): τα ρήματα τιθασεύω, τρίβομαι, τσακώνω και τυχαίνει

    Το ρήμα τιθασεύω σπάνια απαντάται στην παθητική φωνή, δηλαδή το τιθασεύομαι.

Του ρήματος τρίβομαι είναι εύχρηστη η λόγια μετοχή του τετριμμένος ως επίθετο υπό την έννοια του κοινού, του κοινότοπου (π.χ. το θέμα της διάλεξής του ήταν τετριμμένο και φυσικά αδιάφορο  / η υπόθεση του μυθιστορήματός του ξεφεύγει από τα τετριμμένα).

Η έννοια του ρήματος τσακώνω διαφοροποιείται από την ενεργητική στην παθητική του φωνή. Το  τσακώνω σημαίνει πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον (π.χ. τον τσάκωναν τη στιγμή που ξάφριζε το πορτοφόλι του διπλανού του), ενώ το τσακώνομαι σημαίνει καβγαδίζω, μαλώνω με κάποιον (π.χ. τα δύο σόγια τσακώθηκαν και διέλυσαν τον αρραβώνα των παιδιών τους / η νύφη τσακώθηκε με την πεθερά της).

Του ρήματος τυχαίνει η λόγια μετοχή αορίστου έχει επιβιώσει 1. ως επίρρημα με την έννοια του ίσως, του κατά τύχη (π.χ. αν τυχόν το ξεχάσω, θύμησέ μου το το πρωί) και του μήπως (π.χ. πρόσεχε μην τυχόν και  σπάσεις το βάζο κατά τη μεταφορά του) 2. ως επίθετο με την έννοια του πιθανού, του ενδεχομένου (π.χ. το τυχόν έλλειμμα  των κρατικών εσόδων  θα καλυφθεί με νέα φορολόγηση)  ή σε εκφράσεις όπως ο πρώτος τυχών υπό την έννοια «ο καθένας, ο ασήμαντος, ο χωρίς ιδαίτερη αξία» (π.χ. αποφάσισε να δοθεί ερωτικά στον πρώτο τυχόντα).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος     piombinos.com