Φοίβος Πιομπίνος

20/6/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινά (ΣΛ’): τα ρήματα εγείρω, εισάγομαι, ενέχω, ενέχομαι, εξαερίζω και εξαερώνω

Το ρήμα εγείρω χρησιμοποιείται κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις, όπως π.χ. εγείρει απαιτήσεις (δηλ. προβάλλει απαιτήσεις).
Η μετοχή εισαγόμενος του ρήματος εισάγομαι χρησιμοποιείται ευρύτατα ως επίθετο, όπως π.χ. εισαγόμενα προϊόντα / εισαγόμενη τρομοκρατία.
Τα ρήματα ενέχω και ενέχομαι καταχωρίζονται σε ορισμένα λεξικά ξεχωριστά. Και ορθώς αφού έχουν διαφορετική σημασία. Το ρήμα ενέχω σημαίνει περιέχω, φέρω ή κρύβω κάτι (π.χ. το προεδρικό διάγγελμα ενείχε αιχμές κατά της κυβερνητικής πολιτικής). Το ενέχομαι σημαίνει πως είμαι αναμεμειγμένος σε επιλήψιμη ή αξιόποινη πράξη (π.χ. στο πρόσφατο πολιτικό σκάνδαλο ενέχονται και υψηλά ιστάμενοι κυβερνητικοί παράγοντες).
Η έννοια των ρημάτων εξαερίζω και εξαερώνω είναι διαφορετική. Το ρήμα εξαερίζω σημαίνει ανανεώνω τον αέρα ενός κλειστού χώρου, τροφοδοτώ έναν κλειστό χώρο με φρέσκο αέρα. Το ρήμα εξαερώνω ή εξαεριώνω σημαίνει μετατρέπω σε αέρα ή αέριο και χρησιμοποιείται για στερεά ή υγρά σώματα που μεταπίπτουν σε αέρια κατάσταση, ή σημαίνει αφαιρώ τον αέρα (από σωλήνα, σώματα καλοριφέρ κ.λπ.).

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com