Φοίβος Πιομπίνος

10/7/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΛΑ’): τα ρήματα ζαχαρώνω, ζεματάω, ζηλεύω και ζημιώνω

Για το ρήμα ζαχαρώνω στα λεξικά αναφέρεται και παθητική φωνή (ζαχαρώνομαι), η οποία όμως δεν συνηθίζεται. Το ρήμα ετούτο σημαίνει κυρίως (για μέλι ή φρούτο κ.λπ.) εμφανίζω κρυστάλλους ζάχαρης (π.χ. ζαχάρωσε το μέλι / το σιρόπι), αλλά καΙ ερωτοτροπώ. Με την πρώτη έννοια απαντάται μερικές φορές και ο τύπος ζαχαριάζω.

Το ρήμα ζεματάω κλίνεται μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό με τη σημασία του είμαι καυτός (π.χ. ζεματάει ο ήλιος σήμερα). Ο τύπος ζεμάτισα έχει επικρατήσει λόγω ισοδυναμίας με το ζεματίζω, που είναι μεταβατικό (π.χ. η μάνα μου συνηθίζει να ζεματίζει τα μακαρόνια με βούτυρο), ενώ το ρήμα ζεματάω είναι αμετάβατο (π.χ. πρόσεξε που θα πιάσεις την κατσαρόλα γιατί ζεματάει / ζεματάει το νερό / ζεματάω από πυρετό).

Η παθητικής φωνής μετοχή ζηλεμένος του ενεργητικής όμως φωνής ρήματος ζηλεύω χρησιμοποιείται ως επίθετο με την έννοια του ζηλευτού, του αξιοζήλευτου.

Το αμετάβατο και μεταβατικό ρήμα ζημιώνω έχει τη σημασία του ζημιώνομαι (π.χ. έχω ζημιώσει από την επένδυση που πραγματοποίησα). Ωστόσο εμφανίζει και τους παθητικής φωνής  τύπους ζημιώθηκα (π.χ. ζημιώθηκα υπερβολικά από το μαγαζί που άνοιξα) και ζημιωμένος (π.χ. τελικά βγήκε ζημιωμένος απ΄αυτή τη δουλειά).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com