Φοίβος Πιομπίνος

08/8/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΛΕ): τα ρήματα λανθάνω, λαχταρίζω-λαχταράω, λιμάζω, λιμνάζω, λιντσάρω και λυπάμαι

    Από το ρήμα λανθάνω χρησιμοποιείται η λόγια μετοχή λανθάνων, -ουσα, -ον ως επίθετο με την έννοια εκείνου που υπάρχει κρυμμένος ή χωρίς να γίνεται αντιληπτός και δεν φανερώνεται άμεσα (π.χ. λανθάνων ερωτισμός / ρατσισμός, γλώσσα λανθάνουσα).

Δεν  πρέπει να συγχέονται οι έννοιες των ρημάτων λαχταρίζω-λαχταράω. Το λαχταρίζω σημαίνει σκιρτάω, σπαρταράω/τρομάζω, τρομοκρατούμαι (π.χ. λαχτάρισα όταν το σπίτι μας έπιασε φωτιά). Το ρήμα λαχταράω σημαίνει επιθυμώ έντονα (π.χ. λαχτάρησα μια μακαρονάδα)

Από το ρήμα λιμάζω εύχρηστη είναι κυρίως η μετοχή λιμασμένος που χαρακτηρίζει εκείνον που είναι υπερβολικά πεινασμένος (π.χ. λιμασμένοι πρόσφυγες πολιόρκησαν την αποθήκη τροφίμων).

Από το ρήμα λιμνάζω εύχρηστη είναι η λόγια μετοχή του ενεστώτα λιμνάζων (π.χ. λιμνάζοντα ύδατα).

Το ρήμα λιντσάρω σπάνια κλίνεται και στην παθητική φωνή ως λιντσάρομαι.

Από το ρήμα λυπάμαι η μετοχή λυπημένος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο που χαρακτηρίζει εκείνον που νιώθει ή εκφράζει, φανερώνει λύπη (π.χ. συγκινούσε τους πάντες το λυπημένο της βλέμμα)

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com