Φοίβος Πιομπίνος

08/9/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΛΖ’): τα ρήματα μονιάζω και μονοιάζω, μπουκώνω, μυγιάζομαι, μυρίζω και μωρουδίζω

Δεν πρέπει να συγχέουμε τα ομόηχα ρήματα μονιάζω και μονοιάζω. Το ρήμα μονιάζω σημαίνει για τα ζώα φωλιάζω, ενώ το ρήμα μονοιάζω σημαίνει συμφιλιώνω ή συμφιλιώνομαι (π.χ. ούτε φίλοι ούτε συγγενείς κατάφεραν να μονοιάσουν το αντρόγυνο / μονοιάσαμε και δώσαμε τα χέρια).

Το ρήμα μπουκώνω έχει ενεργητική και παθητική διάθεση [μπουκώνω κάτι  (π.χ. μην το μπουκώνεις το παιδί, θα πνιγεί / η μάνα μου είχε μανία να με μπουκώνει όταν ήμουν μικρός) ή μπουκώνω ο ίδιος (π.χ.  στις γιορτές μπούκωσα από τα πολλά γλυκά / πάτα λίγο γκάζι, γιατί έχει μπουκώσει η μηχανή του αυτοκινήτου μου)]. ΄Ετσι σπάνια συναντάται στην παθητική φωνή ως μπουκώνομαι.

Το ρήμα μυγιάζομαι απαντάται κυρίως στον ενεστώτα και τον παρατατικό.

Του ρήματος μυρίζω η έννοια  (π.χ. τι ωραία που μυρίζουν τα τριαντάφυλλα!) διαφοροποιείται   στην παθητική φωνή. Το ρήμα μυρίζομαι σημαίνει αντιλαμβάνομαι κάποια μυρωδιά ή υποψιάζομαι, υποπτεύομαι, προαισθάνομαι κάτι (π.χ. το μυρίστηκα από την αρχή πως ήθελε να με εξαπατήσει).

Το ρήμα μωρουδίζω σημαίνει μπεμπεκίζω και απαντάται μόνο στον ενεστώτα και τον παρατατικό (π.χ. μεγάλωσε κι ακόμη μωρουδίζει).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com