Φοίβος Πιομπίνος

10/10/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΟΗ’): το πολυσήμαντο ουσιαστικό «αγγείο»

    Η λέξη αγγείο σημαίνει: 1. ένα δοχείο για τη φύλαξη ή τη μεταφορά υγρών, κυρίως για επαγγελματική ή οικιακή χρήση, συνώνυμο του βάζου, του καννατιού, της στάμνας (π.χ. πήλινο / πορσελάνινο / στενό / πλατύ / διακοσμητικό / σπασμένο αγγείο) 2. κάθε αρχαίο δοχείο ως αρχαιολογικό εύρημα (π.χ. μελανόμορφο / ερυθρόμορφο / κυκλαδικό / μινωικό / μυκηναϊκό / αττικό / κορινθιακό αγγείο) 3. ΑΝΑΤ. κάθε αγωγό του οργανισμού, όπως οι αρτηρίες ή οι φλέβες, που περιέχει και μεταφέρει αίμα ή άλλο σωματικό υγρό (π.χ. αιμοφόρο / λεμφικό αγγείο, στεφανιαία αγγεία) 4. έναν λεπτό φυτικό αγωγό, σωλήνα για τη μεταφορά διαφόρων ουσιών μέσα στο φυτό (π.χ. τριχοειδή αγγεία).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com