Φοίβος Πιομπίνος

19/2/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΞΒ’): τα ρήματα χρηματίζω, ψέλνω, ψηφάω, ψυχραίνομαι και ψωνίζομαι

       Η έννοια του ρήματος  χρηματίζω διαφοροποιείται από εκείνη του χρηματίζομαι. Το ρήμα χρηματίζω σημαίνει ασκώ (κυρίως δημόσια) υπηρεσία, τα καθήκοντα, εκτελώ χρέη (π.χ. ο πατέρας μου χρημάτισε ταμίας του Συλλόγου Ξενοδοχοϋπαλλήλων επί δύο συναπτά έτη). Το ρήμα χρηματίζομαι σημαίνει δέχομαι χρήματα παρανόμως, για να εξυπηρετήσω κάποιον κατ’ εξαίρεση ή για να μην προχωρήσω σε ενέργεια που τον θίγει, δωροδοκούμαι (π.χ. ο δήμαρχος μας χρηματιζόταν όσο ασκούσε τα υπηρεσιακά του καθήκοντα).

Το ρήμα ψέλνω, εκτός από την έννοια του ψάλλω, έχει και την έννοια του λέω κάτι σε κάποιον, κάνω παρατήρηση σε κάποιον με συνεχή και μονότονο τρόπο (π.χ. όταν επιστρέψει, θα του τα ψάλλω για τα καλά).  Η παθητική φωνή ψέλνομαι χρησιμοποιείται σπάνια  με την έννοια του ψάλλομαι (π.χ. το τροπάριο της Κασσιανής ψέλνεται τη Μεγάλη Τρίτη).

Το ρήμα ψηφάω, συντασσόμενο κυρίως με άρνηση, χρησιμοποιείται με την έννοια του λογαριάζω, υπολογίζω (π.χ. ο άνθρωπος αυτός δεν ψηφάει κανέναν).

Το ρήμα ψυχραίνομαι δεν έχει μόνο τη σε παθητική φωνή έννοια του ψυχραίνω, αλλά κυρίως την έννοια του παύω να έχω φιλικές σχέσεις μέ κάποιον, δυσαρεστούμαι με κάποιον (π.χ. τα δύο ξαδέλφια έχουν ψυχρανθεί τελευταία λόγω οικονομικών διαφορών).

Το ρήμα ψωνίζομαι χρησιμοποιείται από τα εκδιδόμενα δημοσίως άτομα με την ειδική έννοια του ψάχνω να βρώ πελάτη (π.χ. μετά την εξάρτηση της από τα ναρκωτικά, κατάντησε να ψωνίζεται στη Συγγρού).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com