Φοίβος Πιομπίνος

05/10/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά (ΝΘ’): οι ομόηχες λέξεις «διάλειμμα» και «διάλυμα»

     Η λέξη διάλειμμα σημαίνει: 1. τη σύντομη διακοπή που παρεμβάλλεται στα διαδοχικά στάδια εξέλιξης συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ή κατάστασης (π.χ. νεφελώδης καιρός με διαλείμματα ηλιοφάνειας) 2. στο σχολείο το χρονικό διάστημα, η ανάπαυλα  που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διδακτικές ώρες για την ανάπαυση των διδασκομένων και των διδασκόντων (π.χ. χτυπάει το κουδούνι για το διάλεμμα) 3. σε θεάματα το διάστημα διακοπής της δράσης  ενός θεατρικού έργου, μιάς κινηματογραφικής ταινίας, ενός τηλεοπτικού προγράμματος  ή μιάς μουσικής παράστασης για λειτουργικούς λόγους και για ξεκούραση των θεατών και των ηθοποιών (π.χ. η παράσταση διαρκεί τρεις ώρες με δύο εικοσάλεπτα διαλείμματα).

Η λέξη διάλυμα σημαίνει στη χημεία το ομογενές μείγμα που σχηματίζεται από την ανάμειξη δύο ή περισσοτέρων ουσιών και παρουσιάζει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες σε όλη του την έκταση (π.χ. υγρό / στερεό / αέριο διάλυμα).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com