Φοίβος Πιομπίνος

29/9/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά (ΝΖ’): οι ομόηχες λέξεις «οράριο» και «ωράριο»

Η λέξη οράριο στην εκκλησιαστική ορολογία σημαίνει ένα λειτουργικό άμφιο των διακόνων. Αποτελεί μία λευκή λωρίδα υφάσματος, που κρέμεται μπροστά και πίσω στηριγμένη στον αριστερό ώμο του ιερουργούντος.

Η λέξη ωράριο σημαίνει: 1. το σύνολο των ωρών εργασίας  σε υπηρεσία, εργοστάσιο ή κατάστημα  (π.χ. κανονικό / μειωμένο / ελεύθερο / διακεκομμένο / σπαστό / συνεχές / εναλλασσόμενο / φορτωμένο ωράριο) 2. κάθε πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι ώρες εργασίας ή λειτουργίας καταστήματος, επιχείρησης, γραφείου, εργοστασίου, σχολείου, αίθουσας εκθέσεων κ.λπ.

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com