Φοίβος Πιομπίνος

25/4/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά τινα (ΝΒ΄): τα ομόηχα ουσιαστικά εξάρτηση, εξάρτιση και εξάρτυση

Η λέξη εξάρτηση προκύπτει από το ρήμα εξαρτώ και σημαίνει: 1. τη σχέση κατά την οποία κάποιος ή κάτι βρίσκεται υπό τον έλεγχο, την κυριαρχία άλλου και δεν μπορεί να δράσει ή να υπάρξει αυτόνομα (π.χ. η εξάρτησή του από την οικογένειά του τον εμπόδισε να σταδιοδρομήσει στο εξωτερικό) 2. τη σχέση υποταγής προσώπου, ομάδας, χώρας σε ισχυρότερους παράγοντες, που επιβάλλουν την εξουσία τους (π.χ. από την ημέρα της ανεξαρτησίας της, η εξάρτηση της Ελλάδας από τις Προστάτιδες Δυνάμεις υπήρξε καθοριστική για την τύχη της) 3. (ειδικότερα) τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος (π.χ. η βιομηχανική και η οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας βρίσκονται σε αμοιβαία εξάρτηση) 4. τον παθολογικό εθισμό σε βλαβερές για τον οργανισμό ουσίες (π.χ. η εξάρτηση της νεολαίας από τα ναρκωτικά εξαπλώνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια) 5. το κρέμασμα αντικειμένου σε σημείο που προεξέχει (π.χ. σοκάρει τους τουρίστες μας η εξάρτηση των σφαγμένων αρνιών από  τσιγκέλια στα κρεοπωλεία6. ΑΘΛ. την αιώρηση του σώματος από μονόζυγο ή δίζυγο μόνο με τα χέρια ή και με τα σκέλη.

Η λέξη εξάρτιση προκύπτει από το ρήμα εξαρτίζω, είναι μεταγενέστερα συνώνυμη της λέξης εξαρτισμός και σημαίνει τον εφοδιασμό, τον εξοπλισμό πλοίου και των επιμέρους τμημάτων και μηχανημάτων του με τα απαραίτητα βοηθητικά τεχνικά εφόδια (αλυσίδες, σχοινιά, συρματόσχοινα, σύσπαστα κ.λπ.).

Η λέξη εξάρτυση προκύπτει από το αρχαίο ρήμα εξαρτύω και σημαίνει: 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των ατομικών ειδών που φέρει στρατιώτης κατά την εκτέλεση πορείας εκστρατείας (ζωστήρας, φυσιγγιοθήκες, ατομικό σακίδιο, υδροδοχείο κ.λπ.) (π.χ. οι πορείες των φαντάρων πραγματοποιούνται συνήθως με πλήρη εξάρτυση) 2. (γενικότ.) το σύνολο των εξαρτημάτων που φέρει κάποιος κατά την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας (π.χ. η εξάρτυση των δυτών περιλαμβάνει μάσκα, αναπνευστήρα, βατραχοπέδιλα και φιάλη οξυγόνου).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com