Φοίβος Πιομπίνος

16/1/2018 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Περί των βυζαντινών αξιωμάτων και τίτλων

     Θαυμάζω κι εκπλήσσομαι κάθε φορά με την πληθώρα και τις ονομασίες των βυζαντινών αξιωμάτων και τίτλων, που ξεπέρασαν κατά πολύ τα ρωμαϊκά.  Οι Βυζαντινοί οργάνωσαν έναν ευρύτερο δημόσιο τομέα μοιράζοντας τίτλους και αξιώματα σε στρατιές κυρίως «ἡμετέρων», αχόρταγων συντελεστών της αυτοκρατορικής μηχανής, και εγκαθίδρυσαν ένα εργασιακό συγκεντρωτικό περιβάλλον με άκαμπτη ιεραρχία. Ας δούμε όμως μερικά από τα αμέτρητα οφίκια που δομούσαν τη γραφειοκρατία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επεξηγώντας κάποια απ’ αυτά:

 ακόλουθος, ανθύπατος, ασηκρήτις,

βασιλεοπάτωρ=υψηλό αυλικό αξίωμα. Πρώτος βασιλεοπάτωρ αναδείχθηκε ο Στυλιανός Ζαούτζης, πατέρας της δεύτερης συζύγου του Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (886-912) Ζωής Καρβωνοψίνας.  Επίσης ο Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος (913-959), γιός του Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού, ανακήρυξε βασιλοπάτορα τον πεθερό του Ρωμανό Α’ τον Λεκαπηνό (920-944), ο οποίος ύστερα από λίγο έγινε αυτοκράτορας. Εκτός αυτών των δύο, δεν αναφέρεται άλλος βασιλοπάτωρ.

βεστάρχης, βέστης,

βεστιάτωρ=εκείνος που έβαζε στον αυτοκράτορα τον μανδύα του, κάτι θα λέγαμε σαν αμπιγέρ,

βικάριος, βόθρος,

δεσπότης,

διαιτάριος=ονομαζόταν έτσι εκείνος στον οποίο είχε ανατεθεί η φροντίδα κάποιου παλατιού, ο προϊστάμενος της διοίκησης του προσαρτημένου στο παλάτι λουτρού,

δικαιοφύλαξ, δομέστιχος των σχολών, δούκας, [μέγας] δρουγγάριος της βίγλας, [μέγας] δρουγγάριος του στόλου, δρουγγάριος,

ειρηνάρχης,

έξαρχος=τίτλος εκκλησιαστικού και πολιτικού αξιώματος που ανάγεται στον 9ο αιώνα. Ο έξαρχος ήταν ο μόνιμος προσωπικός απεσταλμένος (κάτι σαν σημερινός πρεσβευτής) του πατριάρχη ή του αυτοκράτορα σε διπλωματικές αποστολές με αντικείμενο την προώθηση όλων των αιτημάτων των αποστολέων του στους ξένους ηγέτες,

εξισωτής, εκ προσώπου, έπαρχος της πόλεως, έπαρχος των πραιτωρίων, επί της αγρυπνίας, επί της καταστάσεως, επί της κουρατωρίας, επί της τραπέζης, επί του ειδικού, επί του κανικλείου, επί του κοιτώνος, επί του στρατού, επί του χρυσοτρικλίνου, επί των βαλανείων, επί των ειδήσεων,

εταιρειάρχης= το αξίωμα αυτό ήταν από τα ανώτατα της βασιλικής αυλής. ΄Ετσι ονομαζόταν ο αρχηγός του στρατιωτικού σώματος «ἑταιρεῑαι» της βασιλικής φρουράς του Βυζαντίου, και ο τίτλος δινόταν σε άτομα που ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες, ενίοτε και σε συγγενείς και σε αυτούς τους γιους των αυτοκρατόρων,

καίσαρας, κανδιδάτος, κατεπάνω, κεφαλή, κλεισουράρχης, κοιασίτωρ, κόμης της ειδικής περιουσίας, κόμης της κόρτης, κόμης των θείων θησαυρών, κόμης των σταύλων, κομμερκιάριος,

κοντόσταυλος=ανώτατος τιτλούχος, υπεύθυνος των αυτοκρατορικών στάβλων στο Βυζάντιο και του βασιλικού στάβλου στους Φράγκους,

κουβικουλάριος,

κουροπαλάτης=ανώτατος βαθμούχος στα βασιλικά παλάτια του Βυζαντίου «o την μετά βασιλέα πρώτην ἀρχήν κεκτημένος». Είχε την ανώτατη διεύθυνση των ανακτόρων. Το υψηλό και εμπιστευτικό τούτο αξίωμα απονεμόταν σε πρόσωπα της ανώτατης αριστοκρατίας, ακόμα δε και σε μέλη της βασιλικής οικογένειας. ΄Οταν ο Ηράκλειος ανήλθε στο θρόνο (610),  διόρισε κουροπαλάτη τον αδελφό του Θεόδωρο, παρόμοια και ο Νικηφόρος Β’ ο Φωκάς (863) τον αδελφό του Λέοντα. Ο τίτλος αυτός απονεμόταν μερικές φορές, τιμής ένεκεν,  από τον αυτοκράτορα και σε ξένους ηγεμόνες, οι οποίοι τον έφεραν υπερηφάνως. Βραδύτερα το αξίωμα τούτο έχασε κάθε πραγματική δύναμη, έχοντας αποβεί απλός τίτλος, εντούτοις οι  φέροντες αυτόν μέχρι και τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας ετάσσονταν στην κρατική ιεραρχία πριν από τους λογοθέτες, δηλαδή τους υπουργούς, καθώς και τους άλλους ανώτατους τιτλούχους,

κουστωδιάριος, κυαίστωρ,

λαμπρότατος,

λογοθέτης=το αξίωμα του λογοθέτη έφεραν οι ανώτατοι άρχοντες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας όπως οι καγκελλάριοι και οι σημερινοί υπουργοί. Οι λογοθέτες ήταν στην αρχή τέσσερις: 1) ο «λογοθέτης τοῦ δρόμου» ή του «ỏξέος δρόμου» ή του «δημοσίου δρόμου» ήταν κατά κάποιον τρόπο σαν τον υπουργό επί των Εξωτερικών αλλά και συνάμα υπουργός επί των Εσωτερικών, επί της Συγκοινωνίας και των Ταχυδρομείων  2) ο «λογοθέτης τοῦ γενικού » ή «τῶν γενικῶν» ή «γενικός λογοθέτης» των δημοσίων φόρων, κάτι δηλαδή σαν υπουργός των Οικονομικών  3) ο «λογοθέτης τοῦ ειδικοῦ» ή «τῶν οἰκειακῶν», επιμελητής της βασιλικής περιουσίας, κάτι επίσης σαν τον υπουργό των Οικονομικών 4) ο «λογοθέτης τοῦ στρατιωτικοῦ» ή «στρατιωτικός λογοθέτης» ή «λογοθέτης τοῦ στρατιωτικοῦ λογοθεσίου» ή «λογοθέτης τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου», κάτι σαν υπουργός των Στρατιωτικών,

μάγιστρος,

μαξιλάριος=ο διανομέας μαξιλαριών στον ιππόδρομο,

μανδάτωρ=έργο του ανώτερου αυτού υπαλλήλου ήταν να μεταβιβάζει τις διαταγές του αυτοκράτορα. Τέτοιοι υπήρχαν πολλοί, ο δε επικεφαλής τους λεγόταν πρωτομανδάτωρ. ΄Ενας τουλάχιστον μανδάτωρ, κρατώντας «χρυσοῦν βεργίν», δηλαδή χρυσή ράβδο κοσμημένη με πολύτιμους λίθους, συνόδευε τον αυτοκράτορα στις δημόσιες τελετές. Μανδάτορες υπήρχαν και στο στρατό. Αυτοί ήταν οι αγγελιαφόροι ή σύνδεσμοι των διοικητών «οἱ τά μανδᾶτα τῶν ἀρχόντων  ỏξέως διακομίζοντες», και εκλέγονταν σε κάθε τάγμα και μιλούσαν ενδεχομένως πολλές γλώσσες. Μέσω αυτών εκφωνούνταν τα παραγγέλματα των διοικητών κατά τις ασκήσεις και στο πεδίο της μάχης, όπου χρησιμοποιούνταν ως ανιχνευτές.

μέγας δουξ,

μελιστής=εκείνος που μελοποιούσε τις επευφημίες υπέρ των αγωνιζομένων,

μεσάζων=ήδη από τον 11ο αιώνα οι μεσάζοντες ήταν στην υπηρεσία του βυζαντινού αυτοκράτορα ως ιδιαίτεροι σύμβουλοί του και αντιστοιχούν προς τους πρωθυπουργούς των σημερινών κρατών. Αργότερα, κατά τον 15ο αιώνα, το αξίωμα αυτό εξελίχθηκε και έλαβε ιδιαίτερη σημασία. Αυτή την εποχή τους συναντάμε στο Βυζάντιο, στο δεσποτάτο της Πελοποννήσου και στην Τραπεζούντα,

νιψιστιάρης,

νυκτέπαρχος ή έπαρχος=βυζαντινός στρατιωτικός και δικαστικός τίτλος, που διατηρήθηκε ώς τον 6ο  αιώνα οπότε καταργήθηκε από τον Ιουστινιανό το 535.  ΄Ηταν βασικά ο αρχηγός της νυκτερινής φρουράς,

υπεύθυνος για τη δημόσια τάξη, έχοντας και δικαστικές αρμοδιότητες. Περιφερόταν στην πόλη τη νύκτα με άλλα εννέα υπό τις διαταγές του άτομα και ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια της πόλης και αντικαταστάθηκε από τον πραίτορα του δήμου.

 νωβελίσσιμος, νομοφύλαξ,

 ορφανοτρόφος,

οφικιάλιος=αξιωματούχος του κράτους και της Εκκλησίας

παπίας=αξίωμα στη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Ο αξιωματούχος αυτός ήταν επιφορτισμένος με την εσωτερική τάξη και ασφάλεια των βασιλικών παλατίων, συνοδευόμενος από τον ἑταιρειάρχη, τον πριμικήριο, τους ἑβδομαρίους, τους διαιταρίους και λοιπούς άρχοντες της αυλής. Εκτός αυτού, ο παπίας είχε και πλείστες άλλες υπηρεσίες πλάι στον αυτοκράτορα. Μέσω αυτού ο αυτοκράτορας καλούσε τους λογοθέτες σε συνεργασία. Παρίστατο επίσης στις επίσημες παρουσιάσεις ενώπιον του αυτοκράτορα και, κρούοντας τις κλείδες που κρατούσε πάντοτε στα χέρια του, έδινε το σημείο αναχώρησης των παρουσιαζομένων. Κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, το αξίωμα αυτό διατηρούνταν μεν, πλην όμως ως απλός τίτλος, χωρίς καμιάν ορισμένη υπηρεσία στην αυτοκρατορική αυλή.

παρακοιμώμενος=ανώτατος αξιωματούχος της αυλής, επικεφαλής των θαλαμηπόλων, που κοιμόταν στον προθάλαμο του κοιτώνα του αυτοκράτορα,

παρδόβαλος, πατρίκιος, πιγκέρνης, πραιπόσιτος του κοιτώνος, πραίτωρ, πριμικήριος, πρόεδρος, πρωτοσηκρήτις, πρωτοβεστιάριος, πρωτονοτάριος, πρωτοσπαθάριος, πρωτοστράτωρ, πρωτοσύγκελλος,

σακελλάριος,

σεβαστοκράτωρ=ανώτερος βυζαντινός τίτλος που χρησιμοποιήθηκε επίσης και από άλλους ηγεμόνες, των οποίων τα κράτη συνόρευαν με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή βρίσκονταν εντός της σφαίρας επιρροής της. Ο τίτλος αυτός δημιουργήθηκε από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό (1081-1118) προς τιμήν του μεγαλύτερου αδελφού του Ισαάκιου. Σύμφωνα με την ΄Αννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Α’ το έκανε αυτό για να εξυψώσει τον Ισαάκιο πάνω από την τάξη του καίσαρα, τίτλο τον οποίο είχε ήδη υποσχεθεί στον γαμπρό του Νικηφόρο Μελισσηνό. Η ΄Αννα Κομνηνή συγκρίνει το βαθμό του σεβαστοκράτορα  με «δεύτερο αυτοκράτορα»,

σεβαστός, σιλεντάριος, σπαθάριος, στρατηγός, στρατηλάτης, στρατοπεδάρχης, σύμπονος,

τζαούσιος=οι τζαούσιοι αποτελούσαν το κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τμήμα της σωματοφυλακής του αυτοκράτορα. Ο επικεφαλής τους ονομαζόταν μέγας τζαούσιος και κατείχε την 37η σειρά στην αυλική ιεραρχία,

τοποτηρητής, τουρμάρχης,

χαμαιδικαστής,

χαρτουλάριος=αυτόν τον τίτλο έφεραν γενικώς οι γραμματείς  που υπηρετούσαν στα διάφορα αρχεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα οποία ονομάζονταν  και σκρίνια, εξ ου και οι χαρτουλάριοι ονομάζονταν και σκρινιάριοι﮲ ήταν η γενική ονομασία των τρόπον τινα δημοσίων υπαλλήλων. ΄Ετσι υπήρχαν χαρτουλάριοι του κανικλείου, των σεκρέτων, του σακελλίου. Το αξίωμά τους λεγόταν χαρτουλαρᾶτον,

ύπατος των φιλοσόφων.

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com