Τόνια Μασουρίδου

Untitled-15_183
31/10/2014 | Category: Τόνια Μασουρίδου

Η Άννα της ποίησης και της ζωής

Επέμενε να φροντίζει τις λεπτομέρειες με μία ιδιαίτερη χάρη σε κάθε μας συνάντηση. Άναβε μικρά λευκά κεριά μπροστά στη φωτογραφία του Άγγελου, άλλαζε το νερό στο ανθοδοχείο με τις τουλίπες, σερβίριζε σε κρυστάλλινα ποτηράκια λικέρ βύσσινο με μπόλικα μοσχοκάρφια, καμωμένο από την ίδια. Ήξερε να αγγίζει τις στιγμές διαβάζοντας μερικούς στίχους, να τις προεκτείνει στο μύθο, να σε μεταφέρει και σένα ΕΚΕΙ. Στην εποχή της μυθολογίας του 20ου αιώνα, όπου έδρασαν ημίθεοι της ποίησης και της τέχνης.

Η Άννα Σικελιανού τύλιγε το σάλι γύρω από τους ώμους της, καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα και δεν κουραζόταν να μιλάει για τον Άγγελο. Στα πόδια της κουλουριασμένη η Μινού, συντροφιά της αγαπημένη και παιχνιδιάρικη, άκουγε με κλειστά συνήθως μάτια την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα.  «Ναι, ήτανε μόνο ποιητής..»έτσι άρχισε η Άννα μια σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας του Σικελιανού όταν της το ζήτησα, για τον ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό του Μοντρεάλ. Και αυτή η φράση τα περιείχε όλα. Τη διαδρομή από την πρώτη γνωριμία της στο Εθνικό Θέατρο με τον δημιουργό του Αλαφροΐσκιωτου, τη έλξη που τους ένωσε, τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε στο πλάι του Σικελιανού, την αλληλογραφία που ξεχείλιζε από λυρισμό και πάθος, αλλά πιο πολύ την πίστη και το σεβασμό στο ταλέντο του αγαπημένου της. Και πάνω απ’όλα, το βαθύ αίσθημα που μεταμόρφωσε και τους δυο  και τους διατήρησε σε μιαν άσβεστη νεότητα. Ξετύλιγε τη  ζωή της, με ένα ιδιαίτερο χάρισμα λόγου, τονίζοντας φυσικά και απλά περιστατικά της καθημερινότητας, έτσι που σου άνοιγε και σένα μια πόρτα, για να περάσεις σε κόσμους οραμάτων και έμπνευσης.

Δίπλα μας, ο αργαλειός της Εύας, με ένα αρχινισμένο υφαντό, περίμενε θαρρείς ένα δικό της νεύμα για να αρχίσει η σαΐτα του να πετάει στην εποχή των Δελφικών γιορτών. «Εδώ είναι το κοστούμι της Μήδειας, που είχα υφάνει για την Κάλλας στην Επίδαυρο, αυτό είναι υφαντό της Εύας από τις παραστάσεις του 1927,το άλλο ένα πέπλο από μια τραγωδία στο Ηρώδειο» με ξεναγούσε στα λευκώματα που ανοίγαμε μπροστά μας, επάνω στο τραπέζι με τα δεκάδες βιβλία.

Όλο το σκηνικό στο σπίτι της οδού Φωκυλίδου, το είχανε στήσει οι Μούσες. Ακόμα και τα πιο ασήμαντα αντικείμενα διέθεταν μια σφραγίδα ομορφιάς. Τα ασημένια καντηλέρια στον μπουφέ, δώρο του Γιώργου Σεφέρη, ένα ξύλινο τασάκι σκαλισμένο από το φίλο τους τον ψαρά στη Σαλαμίνα, η πένα που έγραψε ο Άγγελος το Θαλερό, μια τούφα τούλινα λουλούδια από παράσταση του Κουν. Ενωμένα με εποχές ανεπανάληπτες  στα ελληνικά καλλιτεχνικά δρώμενα, ένοιωθες  την ψυχή τους να πονάει για τη διάβρωση των σημερινών καιρών όσο καθόσουν κοντά τους και συγχρόνως να σε παρηγορεί με κάτι άφθαρτο και πλούσιο. Η Άννα είχε να σου διηγηθεί μια μικρή ιστορία για το καθένα. Τα αγαπούσε και μιλούσε μαζί τους, όπως αγαπάμε τους φίλους που μας συνδέουν θύμησες κοινές.

Ένα κόκκινο μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Ένα τραπέζι θυμάται» ήταν το πρώτο δώρο που μου χάρισε με αφιέρωση, υπογραμμίζοντας τη μέρα που άρχισε η γνωριμία μας. Μεσημέρι του Αγίου Πνεύματος, θυμάμαι, και μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στα σκαλάκια της Πινδάρου, είχε στρώσει λευκό δαντελένιο τραπεζομάντιλο. Το κρασί, της το είχανε φέρει από μοναστήρι και περηφανευόταν ότι το έπιναν μόνο λίγοι και εκλεκτοί. Η καπνιστή μελιτζανοσαλάτα υπέροχη, οι σβίγκοι με το ούζο εξαίσιοι. Φτιαγμένα από την ίδια, με εκείνη την αγάπη που μεταδίδεται και γεμίζει τους συνδαιτυμόνες με ευφροσύνη. Τσουγκρίσαμε πολλές φορές τα ποτήρια μας ανάμεσα στις αναμνήσεις της και τη φωνή της Κάλλας που  ερμήνευε στο κασετόφωνο, Μαντάμ Μπατερφλάυ.  Ακούραστη στις αφηγήσεις, άρχισε από τη γνωριμία της με τον Παλαμά. Περιέγραφε τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, διανθίζοντας την κουβέντα της με περιστατικά αστεία από τύπους που εισήγαγαν καινοτομίες στην τέχνη, μιλούσε για ζωγράφους, για συνθέτες, για ποιητές. Μου έλεγε ότι δεν έπλυνε το χέρι της για μέρες, όταν ο εθνικός μας ποιητής θέλησε να την καλωσορίσει στον κύκλο του με ένα χειροφίλημα. Έρωτες, φλερτ, φιλοφρονήσεις έδιναν και έπαιρναν και τότε, αλλά με έναν τρόπο αβρό, ρομαντικό και τελείως άγνωστο φυσικά «στην εξέλιξη των ημερών μας».

Εκείνη και ο Άγγελος, συναναστρέφονταν τακτικά τον Παλαμά, τον Μαλακάση, τον Δροσίνη, τον Πρεβελάκη, τον Παπατσώνη. Οργάνωναν και στο σπίτι τους ποιητικές βραδιές, όπου οι πρωτοεμφανιζόμενοι υπερρεαλιστές σοκάριζαν τους πάντες με την αθυροστομία τους. «Έπρεπε να ήσουν από μια μεριά στην παρέα μας, όταν ο Εμπειρίκος διάβασε για πρώτη φορά αποσπάσματα από τον Ανατολικό του. Ήταν καλοκαίρι, ανοιχτά τα παράθυρα και ο ποιητής ευγενέστατος όπως ήταν, είχε προειδοποιήσει τις κυρίες ότι θα επακολουθούσε αφήγηση-σοκ και όποια κυρία δεν θα άντεχε, μπορούσε να αποχωρήσει. Παρέμειναν όλες, περίεργες να ακούσουν αυτό το καινούργιο και τολμηρό και όσο η ανάγνωση προχωρούσε, τόσο κοκκίνιζαν, ζητούσαν νερό και αισθάνονταν τάσεις λιποθυμίας. Οι άντρες έδειχναν ψυχραιμότεροι αλλά το ωραιότερο θέαμα το παρουσίαζε το απρόσκλητο κοινό που είχε μαζευτεί κάτω από τα παράθυρα και παρακολουθούσε άφωνο, τον Εμπειρίκο να διαβάζει με πάθος ερωτικές σκηνές απείρου κάλλους, χρωματίζοντας τη γεμάτη έξαψη φωνή του. Ο Σικελιανός διασκέδαζε αφάνταστα. Έσκυψε  προς το μέρος μου σε μια στιγμή και ψιθύρισε στο αυτί μου:Άστον να τα πει, να ξεσπάσει. Νεαρός είναι, θα του περάσει σύντομα.»

Παρόμοια περιστατικά είχε η Άννα να σου αφηγείται συνέχεια. Άλλοτε ξεκαρδιζόσουν, άλλοτε σε κυρίευε δέος απ’ αυτήν την άμεση επαφή με τα ιερά τέρατα και άλλοτε αισθανόσουν ρίγη συγκίνησης, όπως τότε που περιέγραφε με λεπτομέρειες τη κηδεία του Παλαμά στην καρδιά της γερμανικής κατοχής. Λίγες μέρες νωρίτερα, όταν ο ποιητής της Φοινικιάς ήταν στα τελευταία του, τον είχαν επισκεφθεί ο Σικελιανός με την Άννα «για να δώσει στον Άγγελο μια τελευταία πνευματική ευλογία».

«Μας οδήγησε στο δωμάτιο του ετοιμοθάνατου Παλαμά η γυναίκα του και τριγύρω επικρατούσε κιόλας η γαλήνη του θανάτου. Εμείς πλησιάσαμε με σεβασμό τον ποιητή, που βρήκε το κουράγιο και άπλωσε το χέρι στον Άγγελο. «Δάσκαλε μήπως σου κρύβω το φως;»ρώτησε ο Σικελιανός συγκινημένος και παραμέρισε συνεσταλμένα πιο κει. «Εσύ είσαι το φως» απάντησε ο Παλαμάς και τον άγγιξε με τα σχεδόν άσαρκα δάχτυλά του.

Μετά από μερικές μέρες μάθαμε το θάνατό του. Εκείνο το βράδυ που προηγήθηκε της κηδείας, ο Άγγελος έμεινε άγρυπνος ως το ξημέρωμα. Κλεισμένος στο γραφείο του, έγραψε το ποίημα με τον τίτλο Παλαμάς. Το πρωί της ταφής, στο πρώτο νεκροταφείο είχαν μαζευτεί χιλιάδες κόσμου. Χειμώνας του 43, και μεταξύ των στεφάνων που ήταν στοιβαγμένα στο προαύλιο κι αυτό των κατακτητών, οι οποίοι ήρθαν με τις επίσημες στολές τους, για να τιμήσουν τον μεγάλο βάρδο της ποίησης.

Το συγκεντρωμένο πλήθος έβλεπε εκείνη την τελετή σαν λαμπάδα που άναβε στη σκοτεινιά της σκλαβιάς. Πρώτος έπιασε να τραγουδάει τον Εθνικό Ύμνο ο Κατσίμπαλης, με εκείνη τη βροντερή φωνή που θύμιζε κοντραμπάσο. Ο λαός τον ακολούθησε με μια ορμή ασυγκράτητη. «Ο κόσμος έψελνε» συνεχίζει η Άννα «και οι Ναζί αμήχανοι, σε στάση προσοχής, χαιρετούσαν στρατιωτικά το φέρετρο. Τότε παραμέρισε τον κόσμο ο Άγγελος για να προχωρήσει στο εσωτερικό της εκκλησίας. Ψηλός, επιβλητικός, πανέμορφος, τυλιγμένος με την μπέρτα του, προκάλεσε το δέος των παρισταμένων που ψιθύριζαν μεταξύ τους:ο Σικελιανός! ο Σικελιανός!

Στάθηκε στη μέση με στητό παράστημα και άρχισε να απαγγέλλει τους στίχους που είχε γράψει την προηγούμενη νύχτα «Ηχείστε οι σάλπιγγες, καμπάνες βροντερές, δονείστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…».

Σε κάτι τέτοιες στιγμές διήγησης, μου φαινόταν ότι  η Άννα ψήλωνε υπερβολικά, έμπαινε, έλεγες, σε μια μυστική διάσταση της ιστορίας, αντάμωνε την τέχνη και τους ιεροφάντες της με έναν οικείο τρόπο, και εσύ ήταν αδύνατον να μείνεις με τα μάτια στεγνά. Τότε χαιρόσουν πραγματικά να βλέπεις πολλά νέα παιδιά να συγκινούνται κι αυτά με τις αφηγήσεις της και να ματαιώνουν άλλες συναντήσεις για να απολαύσουν τη γόνιμη συντροφιά της. Γιατί δεν ζούσε μόνο μέσα σε ένα μουσείο πολύτιμων αναμνήσεων που  το άνοιγε κάποιες ώρες για να σου δείξει τους θησαυρούς του. Καλλιεργούσε τις τριανταφυλλιές και τα παρτέρια της, έφτιαχνε νεραντζάκι και κανταΐφι, ταξινομούσε την αλληλογραφία του Άγγελου, με το ίδιο μεράκι που ντυνόταν κομψά και περπατούσε τις Κυριακές το πρωί, στις εξοχές της Αθήνας.

Από τις πιο όμορφες ώρες μας, τα ήσυχα βράδια του καλοκαιριού που περάσαμε στη μικρή της βεράντα, μεθυσμένοι από τις μυρωδιές των βασιλικών και του αγιοκλήματος και από ένα νέκταρ ιερής τρέλας, απόσταγμα της ζωής της με τον ποιητή της Σίβυλλας.«Ένα μικρό επίδομα που πήρε κάποτε στην κατοχή για να ψωνίσει τρόφιμα, το ξόδεψε όλο σε κόκκινα τριαντάφυλλα για να μου δείξει τη φλογερή του αγάπη»αναφερόταν συνέχεια στον Άγγελο με το χαμόγελο της γυναίκας που έχει χορτάσει τον θαυμασμό και τη λατρεία.

Αλλά εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου που θα μείνει αλησμόνητο, ήταν η συνάντησή της με την Ελένη Καζαντζάκη.

Η Άννα ήθελε να της κάνει έκπληξη. Είχαν να ιδωθούν αρκετά χρόνια και ανυπομονούσε σαν μικρό παιδί να ανταμώσει «την κουμπάρα της» όπως έλεγε, αφού ο Σικελιανός  με εκείνη είχανε παντρέψει τον συγγραφέα του Καπετάν-Μιχάλη με την Ελένη Σαμίου.

Τη συνοδεύσαμε μαζί με δυο φίλους ακόμα στη Βούλα για να βρούμε τη γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στην ύπαρξη ενός συγγραφέα-ορόσημου για τα ελληνικά γράμματα. Περασμένης πια ηλικίας, η Ελένη είχε μόνο μερικές στιγμές εκλάμψεων. Και τότε, όταν καταλάβαινε την αγκαλιά της Άννας που την κρατούσε στοργικά σαν μωρό, γύριζε πολλά χρόνια πίσω στις εκδρομές τους στην Αίγινα, στις βεγγέρες και τα ταξίδια τους και ξεσπούσε σε λυγμούς.«Θυμάσαι Ελένη μου στο νησί, τη βάρκα τη γεμάτη με κρίνους που σου ετοίμασε ο Άγγελος για τα γενέθλια σου;»προσπαθούσε η Άννα να την οδηγήσει σε μέρες θαμμένες βαθιά στο χρόνο. Εκείνη, όταν καταλάβαινε, δάκρυζε και της έσφιγγε το χέρι δυνατότερα. Αδυνατούσε να μιλήσει, εξαντλημένη και αδύναμη τραύλιζε μόνο λίγες λέξεις. Ωστόσο, εμείς τριγύρω, τη νοιώθαμε τη λάμψη από τον ήλιο των γιγάντων που έλουζε αυτές τις δυο ηλικιωμένες γυναίκες και ας ήταν σούρουπο και ας ήτανε τα φώτα λιγοστά.

Από τότε όμως, πέρασε καιρός. Ξημέρωσε και σουρούπωσε μέρες πολλές χωρίς την Ελένη και την Άννα.

Τώρα, όποτε κατεβαίνω τα σκαλάκια της Πινδάρου, όλο και ρίχνω κλεφτές ματιές στο βεραντάκι της μούσας του Σικελιανού, περιμένοντας να με φωνάξει «για μία λεμονάδα σπιτική και ποιητική»όπως τα λέγαμε μεταξύ μας και γελούσαμε. Μάταια την αναζητώ να τριγυρίζει με το ποτιστήρι  στο χέρι. Σε κάποιο άλλο μέρος, με ανθεκτικότερα λουλούδια από τη δική μας γη, πιθανόν να σεργιανάει με τον ποιητή που αγάπησε. Θα ‘χει και εκεί έναν αργαλειό για να υφαίνει μετάξια, πένα με μελανοδοχείο για να γράφει, κανελλογαρύφαλλα για να φτιάχνει ποτό. Από άλλες ακτές θα αγναντεύει με τον καλό της τη θάλασσα, σε άλλες κορφές θα θαυμάζουν παρέα τη φύση. Όμως, μέσα από τους στίχους που μου διάβαζε, τις στιγμές τις ζωντανές μαζί της, τους διακρίνω να πορεύονται μαζί προς το φως, πάντα πιασμένοι απ’ το χέρι.

 

Τόνια Μασουρίδου


Σχετικά Νέα