Τόνια Μασουρίδου

05/11/2014 | Category: Τόνια Μασουρίδου

Λορέντζος Μαβίλης : Σμιλεύοντας τη μουσική των σονέτων.

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο ξένη φαντάζει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα η μορφή του ποιητή της Λήθης. Και τούτο, γιατί εδώ και πολύ καιρό, έχει περάσει η εποχή που τα πνευματικά τοπία της Ελλάδας άνθιζαν από ευγένεια και ήθος. Αλλά και οι σημερινοί Έλληνες περιχαρακωμένοι ασφυκτικά από το κυνήγι του κέρδους και της κατανάλωσης, δεν διαθέτουν ψυχικό χώρο για στίχους που σμιλεύθηκαν με τη λιτότητα και τη σοβαρότητα ενός γλύπτη αρχαίων αναγλύφων.
« Δυσκολότατο είδος το σονέτο, -έγραφε ο Παλαμάς-που του μέτριου ποιητή ξεσκεπάζει τη μετριότητα, μα που τον άξιο ποιητή τον ξεχωρίζει τροπαιοφόρο.»
Ποιητικό είδος, που αποτελείται από ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους, το σονέτο πρωτοεμφανίστηκε στην Ιταλία του 13ου αιώνα και πατέρας του θεωρείται ο Πετράρχης. Πρόκειται για δεκατετράστιχο με πλεκτή ή σταυρωτή ομοιοκαταληξία.
Ο Λορέντζος Μαβίλης επεξεργάζεται με επιμέλεια τα σονέτα του, πειθαρχώντας τα υψηλά νοήματα του περιεχομένου τους, στα περιορισμένα σύνορα του είδους.
Γεννημένος στην Ιθάκη το 1860 και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα, ο ποιητής της Καλλιπάτειρας, δεν ήταν δυνατόν να μη γαλουχηθεί με τον ιδεαλισμό και τα οράματα, τα οποία κυριαρχούσαν στο κλίμα των Επτανήσων του 19ου αιώνα. Ο παππούς του, Ισπανός ευπατρίδης, διετέλεσε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Κέρκυρα. Μαγεμένος από το νησί των Φαιάκων, εγκαθίσταται εκεί μόνιμα, μετά το γάμο του με την Ελληνίδα γιαγιά του ποιητή. Η ποίηση, η μουσική, η φιλοσοφία και η διαρκής πνευματική αναζήτηση συνέθεσαν το περιβάλλον, μέσα στο οποίο ανατράφηκε ο νεαρός Λορέντζος. Απαλλαγμένος από πρακτικά προβλήματα συναλλαγών, αφού η εύπορη οικογένειά του διέθετε οικονομική ευρωστία και αριστοκρατική καταγωγή, υιοθετεί την ποίηση ως τρόπο ζωής και ρουφά αχόρταγα την τέχνη και τη γνώση. Δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Αττικό Μουσείο» με το ψευδώνυμο Μ και αργότερα στο περιοδικό «Τέχνη» με το ίδιο αρχικό.
Για δυο χρόνια (1877-1879) φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετά συνεχίζει τις σπουδές του στη Γερμανία. Μυείται στην κλασική τέχνη της Ευρώπης, μαθαίνει σανσκριτικά, μελετά αρχαία ελληνική και ινδική φιλοσοφία. Πνεύμα ανήσυχο και φύση ιπποτική, συμμετέχει στις δραστηριότητες των Γερμανών συμφοιτητών του, αψηφώντας κινδύνους και δυσκολίες. Η αντοχή στον πόνο και στις δοκιμασίες, η ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζει τις προκλήσεις, η δίψα για εμπειρίες και η ικανότητα του στο σκάκι, χαρίζουν στην προσωπικότητά του μυθικές διαστάσεις.
Κάποτε, μετά από τον τραυματισμό του σε μια μονομαχία, για να αποδείξει το ψυχικό σθένος των Ελλήνων, παροτρύνει τον Γερμανό γιατρό να τον ράψει χωρίς νάρκωση.
Παρόλα αυτά, η ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του επηρεάζεται από τον γερμανικό μηδενισμό και ο πεσιμισμός διαβρώνει την ασυγκράτητη ζωτική του ορμή.
Ανακαλύπτοντας, εκείνα τα χρόνια, τη φιλοσοφία του Καντ και του Φίχτε, ξανοίγεται με σημαία το καθήκον, στο πέλαγος του πατριωτισμού και των εθνικών ιδεωδών.
Η Ελλάδα αποτελεί για αυτόν το υπέρτατο χρέος. Λαχταρά να κοινωνήσει από το Άγιο Δισκοπότηρο της προσφοράς και της θυσίας, σαν τους παλιούς ιππότες που κονταροχτυπιούνται με κάθε είδους τέρατα, προκειμένου να βιώσουν την πληρότητα του Γκράαλ.
Αφοσιωμένος με ανιδιοτέλεια σε υψηλά ιδανικά, οργανώνει την πατριωτική του δράση. Προεδρεύει σε μια κερκυραϊκή ομάδα του Παύλου Μελά, η οποία φέρει το όνομα «Εθνική Εταιρία», πολεμά ως εθελοντής στην Κρήτη, οργανώνει στρατιωτικό σώμα με δικά του έξοδα και πολεμάει στην Ήπειρο. Τραυματίζεται στη θέση Πέντε Πηγάδια. Σιγά-σιγά περιβάλλεται με τη φήμη της αντρειοσύνης και της τόλμης. Οι φίλοι του τον πιέζουν να θέσει υποψηφιότητα για βουλευτής. Εκλέγεται το 1910 και τιμά με απόλυτο σεβασμό το λειτούργημά του. Ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας, δεν διστάζει να απαντήσει, στον αντίπαλό βουλευτή που αποκάλεσε τη δημοτική γλώσσα χυδαία, με εκείνη την παροιμιώδη φράση «Δεν υπάρχουν χυδαίες γλώσσες, μόνο χυδαίοι άνθρωποι». Χωρίς ποτέ να φοβηθεί, ούτε και να υπολογίσει οποιοδήποτε τίμημα, αντιμετωπίζει τους εξαγριωμένους οπαδούς του Μιστριώτη, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα.
Ο χρόνος του μοιράζεται ανάμεσα στην κοινωνική προσφορά, την λογοτεχνική δημιουργία, τη μουσική και τους εκλεκτούς φίλους. Επιλέγει να εκφρασθεί ποιητικά με το σονέτο, ένα είδος που απαιτεί ακρίβεια στις λέξεις και συνοχή στο νόημα.
Θαυμαστής της δωρικής αρμονίας, κατορθώνει με ένα διαρκές λεκτικό γύμνασμα να περιορίσει τον λυρισμό των έργων του σε μια αθέατη μουσικότητα, που πλανιέται γύρω από την ψυχή του αναγνώστη, σαν άρωμα. Σμίλεψε τα χαρακτηριστικά του παρνασσιακού σονέτου σύμφωνα με τη σύνθεση του δικού του ψυχικού κόσμου. Και για τούτο, πέτυχε με την ιδιαίτερη τεχνική του, να εξισορροπήσει τον πεσιμισμό με το πατριωτικό πάθος, την αγάπη για τη φύση με την προσμονή της στερνής ώρας, το πολεμικό σάλπισμα με το ρεμβασμό της αριστοκρατικής απομόνωσης. Ποιήματα, όπως η Ελιά, η Λήθη, το Μούχρωμα, άγγιξαν τις ψυχές των ανθρώπων, όπως το δοξάρι ενός βιρτουόζου βιολιστή.
Η γυναίκα περιδιαβαίνει στους στίχους του, σαν ιδανικό και σαν σύμβολο. Όπως την ερωτεύονταν οι ιππότες των θρύλων και οι τροβαδούροι. Θεώρηση που συγγενεύει με τη γυναικεία μορφή της συνείδησης του Σολωμού.
Σε κανένα, όμως, ποίημά του δεν εξωτερικεύει προσωπικές του εμπειρίες. Κλειστός και εγκρατής, πετυχαίνει να αποδώσει στην ποίησή του, αποστασιοποιημένους κραδασμούς ευγένειας και ήθους.
Με την κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων ηχεί στην ψυχή του, η σάλπιγγα του χρέους στην πατρίδα. Μετά την άρνηση της πολιτείας να τον δεχτεί σαν απλό στρατιώτη στο πεδίο της μάχης, κατατάσσεται στο σώμα Γαριβαλδινών του Αλέξανδρου Ρώμα, με το βαθμό του λοχαγού. Και στις 28 Νοεμβρίου του 1912, μεθυσμένος από τα νάματα των ιδανικών του, περνά στην Αχερουσία της αθανασίας. Εκεί επάνω, στο ύψωμα του Δρίσκου, στην Ήπειρο, ένα απέριττο μνήμα θυμίζει στις νεώτερες γενιές, ότι κάποτε πέρασαν από την Ελλάδα του χρηματιστηρίου και των τηλεοπτικών ριάλιτυ, ποιητές που ζούσαν, στ’αλήθεια την ευγένεια και το ήθος των στίχων τους.