Τόνια Μασουρίδου

03
09/1/2015 | Category: Τόνια Μασουρίδου

Η ταξιδιώτισσα του τραίνου

« Μια φυσαρμόνικα πατέρα! Μια φυσαρμόνικα παλιά και λιγάκι ξεθωριασμένη!» φώναξε ο γιος μου και άφησε επάνω στο γραφείο μου το αναπάντεχο εύρημά του. Την είχε βρει μέσα στο κουτί που φύλαγα τα παλιά τεύχη των κόμικς και του Μικρού Σερίφη. Μια παλιά καπελιέρα της μητέρας μου δηλαδή, η οποία φιλοξενεί τα μικρά μου ενθυμήματα, εδώ και πενήντα χρόνια! Εκτός από τα παιδικά περιοδικά, περιείχε ακόμα τετράδια του δημοτικού, βόλους και ετούτη εδώ τη φυσαρμόνικα που τη σημάδεψε μια τρυφερή ιστορία. Η ιστορία της Γιάννας, όπως μου άρεσε να τη χαρακτηρίζω στη μνήμη μου και όπως την διηγήθηκα στον γιο μου, που επέμενε να την ακούσει.

Δώρο του θείου Μάκη η φυσαρμόνικα στα γενέθλια των δέκα μου χρόνων, μου είχε χαρίσει μεγάλη ευτυχία όταν έμαθα να παίζω μερικές μελωδίες επάνω της. Χάρη στην υπομονή του θείου μου, που ήταν βιρτουόζος του είδους, καμάρωνα για τις επιδόσεις μου και την έπαιρνα παντού μαζί μου. Οι μεγάλοι της οικογένειας διασκέδαζαν με τούτο το αθώο πάθος μου και με προέτρεπαν να επιδεικνύω το ταλέντο μου όπου βρισκόμουν και όπου στεκόμουν.

Έτσι και κείνο τον Δεκέμβρη του 69, όταν πήγαμε με τη μάνα μου για λίγες μέρες να δούμε τη γιαγιά στην Τρίπολη, πήρα μαζί μου και τη φυσαρμόνικα. Θυμάμαι ότι έκανε τσουχτερό κρύο κι έριχνε συνέχεια  χιονόνερο. Η  γιαγιά και η μάνα μου ζύμωναν ολημερίς κουραμπιέδες στην κουζίνα, γιατί ήταν έθιμο οικογενειακό, βλέπεις, να μοιράζουν γλυκά σπιτικά τα Χριστούγεννα σε όλους τους συγγενείς και φίλους μαζί με τις ευχές τους. Εγώ καθόμουν κοντά στην ξυλόσομπα και έπαιζα με τις ώρες φυσαρμόνικα. Από τα κάλαντα των Χριστουγέννων μέχρι το μαντήλι καλαματιανό. Πειραματιζόμουνα κιόλας με τις μελωδίες και ήθελα να ανακαλύπτω ολοένα και καινούργιες. Μέχρι να τελειώσουν οι κουραμπιέδες, είχα μάθει πολλά τραγούδια της εποχής, ελληνικά και ξένα. Όταν κουραζόμουν, καθόμουν και ζωγράφιζα τα αγαπημένα μου καράβια με τις νερομπογιές που μου είχε χαρίσει ο παππούς.

Άλλωστε δεν μπορούσαμε να βγούμε πολύ έξω, γιατί η θερμοκρασία είχε χαμηλώσει αρκετά και όλο και πυκνότερες χιονονιφάδες στριφογύριζαν στην αυλή. Ήταν όμορφα όμως μέσα στο σπίτι της γιαγιάς και εμένα μου άρεσε να χαζεύω το χιόνι από το παράθυρο της κουζίνας.

Αλλά παρ’ όλη την κακοκαιρία έπρεπε να γυρίσουμε στην Αθήνα, γιατί το καράβι όπου δούλευε ο πατέρας μου θα ερχόταν στον Πειραιά την παραμονή των Χριστουγέννων. Τρεις μέρες λοιπόν πριν από τα Χριστούγεννα, μας συνόδευσε η γιαγιά στο σταθμό του τραίνου, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο κουραμπιέδες προσεκτικά συσκευασμένους σε λαδόκολλες, για να το πάρουμε μαζί μας στην Αθήνα. Τυλιγμένοι με τα μάλλινα κασκόλ μας, με τα σκουφιά και τα γάντια μας βολευτήκαμε στην πρώτη θέση της αμαξοστοιχίας και τακτοποιήσαμε πάνω από τα κεφάλια μας τη μικρή μας βαλίτσα.

Το καλάθι με τα γλυκά το αφήσαμε στο πλάι, γιατί το θεωρήσαμε εύθραυστη αποσκευή.

Οι απέναντι δύο θέσεις ήταν άδειες, και η μάνα μου ευελπιστούσε να απλώσει τα πόδια της επάνω τους, αν δεν ερχόταν κανένας τα επόμενα πέντε λεπτά. Μετά όμως από το δεύτερο σφύριγμα του τραίνου, εμφανίστηκε μια υπέρκομψη κοπέλα με τουιντ ακριβό ταγιέρ, μπότες καστόρινες και μια κανελιά γούνα από αλεπού και κάθισε στην απέναντι θέση από μένα. Κρατούσε στο ένα χέρι ένα δερμάτινο σακ βουαγιάζ και στο άλλο ένα βαλιτσάκι για καλλυντικά.

Μοσχομύριζε λουλουδένιο άρωμα και τα δυο χρυσά βραχιόλια της κουδούνιζαν σε κάθε της κίνηση. Πρόσεξα τις βλεφαρίδες της που ήταν μαύρες και πυκνές και σκίαζαν ένα βαθύ πράσινο βλέμμα.

Κάπως έτσι φανταζόμουν τα μάτια της καλής νεράιδας! Μεγάλα, τρυφερά, γεμάτα αγάπη, όταν κοιτάνε τα παιδιά που κοιμούνται αμέριμνα στα κρεβάτια τους. Την παρατηρούσα με κομμένη την ανάσα. Λες να ήταν στα αλήθεια νεράιδα; Η γιαγιά έλεγε ότι τα ξωτικά μπορούν και μεταμορφώνονται σε ανθρώπους όταν το θελήσουν. Σκέφτηκα ότι αν πράγματι ήταν νεράιδα θα το καταλάβαινα σε λίγο από την ομιλία της.

Λένε πως οι νεράιδες μιλάνε σαν να τραγουδούν! Και αγαπούν πολύ τη μουσική και τις μελωδίες! Για να την ενθαρρύνω να φανερωθεί, έβγαλα από την τσέπη μου τη φυσαρμόνικα και την περιεργαζόμουν με προσοχή, σαν τους μεγάλους μουσικούς που εξετάζουν τα όργανά τους πριν από τη συναυλία! Εκείνη όμως στην αρχή ήταν απασχολημένη με το να κοιτάζει τις σημειώσεις  μιας ατζέντας που έβγαλε από την τσάντα της. Δεν μου έδωσε σημασία! Η μάνα μου την κοίταζε με θαυμασμό! Παρατηρούσε τα ρούχα της, τη γούνα, τα μακριά καλοχτενισμένα μαλλιά της. Πραγματικά ήταν πανέμορφη!

Το τραίνο είχε ξεκινήσει εδώ και αρκετή ώρα, όταν σκέφτηκα ένα άλλο κόλπο για να γνωριστούμε με τη «νεράιδα». Ζήτησα από τη μάνα μου να μου δώσει έναν κουραμπιέ, βέβαιος ότι θα πρόσφερε από ευγένεια έναν  και στη συνταξιδιώτισσά μας! Αυτή τη φορά δεν έπεσα έξω. Δέχτηκε πρόθυμα τον κουραμπιέ που την κεράσαμε και επιτέλους πιάσαμε κουβέντα. Στην αρχή είπαν με τη μητέρα μου τα γνωστά τυπικά λόγια της πρώτης γνωριμίας. Για τον καιρό που όσο πήγαινε και χειροτέρευε, για τις στάσεις που κάνει το τραίνο, για τη νοστιμιά των σπιτικών γλυκών.

Μετά συστήθηκαν με τα ονόματά τους και εκείνη είπε ότι την έλεγαν Γιάννα Μέξη. Μιλούσε γλυκά και νωχελικά, σαν να είχε εξασκηθεί σε αυτού του είδους την ομιλία και να αγαπούσε να μένει σε τούτο τον τόνο.

Σιγά σιγά η κουβέντα ζεστάθηκε και περιστράφηκε σε θέματα πιο προσωπικά. Η μάνα μου δεν έχασε την ευκαιρία να με παινέψει και να προβάλλει στη Γιάννα τα ταλέντα μου. Έγινα κατακόκκινος από ντροπή!

Ήθελα, με κάποιον τρόπο, να την κάνω να σταματήσει να μιλά για μένα. Θα προτιμούσα να με γνώριζαν οι άλλοι στα αλήθεια και όχι μέσα από των λόγων τα παινέματα. Μαζεύτηκα στη θέση μου και έσφιξα στην αγκαλιά μου τη φυσαρμόνικα. Ωστόσο η Γιάννα επέμενε γελαστή να τους παίξω ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια.

Τι να έκανα; Άρχισα να παίζω δειλά το « Θα σε πάρω να φύγουμε…», τραγούδι αγαπημένο του θείου μου, που το είχα μάθει πολύ καλά! Η μάνα μου καμάρωνε, ενώ τα μάτια της Γιάννας γέμισαν λαμπερά δάκρυα. Κάτι της θύμιζε φαίνεται! Χειροκρότησαν και οι δύο όταν τελείωσα και η όμορφη συνταξιδιώτισσα δικαιολογήθηκε ότι της θύμισε τον άντρα της, που τον αγαπούσε πολύ και που τραγουδούσε συχνά εκείνο το τραγούδι!

« Τον άντρα σου;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια η μητέρα μου. « Και γιατί συγκινήθηκες; Δεν είστε πια μαζί;»

« Πως…πως…» απάντησε η Γιάννα γλυκά. «Όχι μόνο είμαστε μαζί, αλλά ζούμε και πολύ ευτυχισμένοι.»

Τότε, θέλοντας με ενθουσιασμό να περιγράψει την ευτυχία της, μας είπε για τον άντρα της που ήταν γιατρός καρδιολόγος, όμορφος και πλούσιος και τη λάτρευε πραγματικά! Έμεναν σε ένα ρετιρέ πολυτελείας στη Φωκίωνος Νέγρη, γεμάτο ασημικά και κρύσταλλα και στο διπλανό διαμέρισμα έμενε η πεθερά της, αρχόντισσα της παλιάς Αθήνας, η οποία αγαπούσε τη Γιάννα σαν κόρη της!

« Κάθε πρωί ξυπνά νωρίς», μας είπε για τη δεύτερη μητέρα της « μου ετοιμάζει πρωινό και έρχεται και με ταϊζει στο κρεβάτι! Μου ψιθυρίζει απαλά να μην ανοίξω τα μάτια μου και χάσω τη μαγεία των γεύσεων εκείνης της μοναδικής στιγμής! Και οι σπιτικές μαρμελάδες της πράγματι έχουν ασύγκριτη νοστιμιά!»

΄Επειτα, μας είπε για τα ταξίδια που πήγαινε με τον άντρα της στο εξωτερικό, για τα δώρα τα ακριβά που της έκανε, για τη μεγάλη αγάπη που της είχε!

« Μακάρι και τα παιδιά σας να βρουν τόση ευτυχία, κυρία Ερμιόνη μου!» αναστέναξε στο τέλος της διήγησής της, μισοκλείνοντας ελαφρά τα μάτια, σαν να ονειρευόταν!

Κοίταξε το ρολόι της, τίναξε από τη φούστα της λίγη ζάχαρη άχνη και έβγαλε από το τσαντάκι της το κραγιόν για να φρεσκάρει τα χείλη της, αφού πλησιάζαμε πια στην Αθήνα.

« Και εμείς στην οδό Κυψέλης μένουμε», δήλωσε φωναχτά  η μάνα μου, σαν να ήθελε να δώσει συνέχεια σε τούτη τη γνωριμία.

« Να μη χαθούμε», συνέχισε και βιάστηκε να γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί το τηλέφωνο του σπιτιού μας.

Η Γιάννα το πήρε χαμογελώντας και μου χάιδεψε το κεφάλι.

«Όποτε θέλεις να έρθεις να με βρεις», μου είπε τρυφερά και έγραψε και εκείνη τη διεύθυνσή της σε ένα φύλλο από το μπλοκάκι της.

« Θα έρθω να σας πω τα κάλαντα», ξεθάρρεψα και εγώ, αναψοκοκκινίζοντας με την ιδέα!

Φανταζόμουν κιόλας το σπίτι της Γιάννας, όπως μας το είχε περιγράψει, με τα παχιά χαλιά, τους πολυελαίους και το τζάκι και έπλεα σε πελάγη ευτυχίας που θα συναντούσα τη νεράιδα μου στο δικό της βασίλειο!

Από κείνη τη στιγμή μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο, παρά μόνο την επίσκεψη στο σπίτι της όμορφης συνταξιδιώτισσας του τραίνου!

Αφού δοκίμασα καμιά εκατοστή φορές τα κάλαντα στη φυσαρμόνικά μου, το πρωί της πολυπόθητης μέρας σηκώθηκα νωρίς, ήπια το γάλα μου, φόρεσα το παλτό μου και ξεχύθηκα στο χειμωνιάτικο αγιάζι για να συναντήσω τη γυναίκα που με είχε μαγέψει! Έβαλα μάλιστα στα μαλλιά μου και λίγη από την κολόνια του μπαμπά για να μυρίζω όμορφα.

Δεκάδες άλλα παιδιά είχαν βγει μαζί με εμένα στους δρόμους εκείνο το πρωινό και παντού άκουγα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ήχους τριγώνων. Στο μυαλό μου στριφογύριζε ο αριθμός της πολυκατοικίας του γιατρού Μέξη, μπας και τον ξεχάσω και μπερδευτώ. Έτρεχα σχεδόν από τη λαχτάρα μου, μετρώντας προσεχτικά τα νούμερα των σπιτιών.

Όταν έφτασα, συνάντησα στην εξώπορτα τον θυρωρό και τον ρώτησα γεμάτος αγωνία σε ποιόν όροφο έμενε η οικογένεια Μέξη.

« Μέξη;» έκανε με απορία. « Δεν γνωρίζω καμιά οικογένεια Μέξη να έχει εδώ διαμέρισμα».

« Μα πως» επέμεινα, «αφού κρατούν το ρετιρέ».

« Όχι, μικρέ μου» απάντησε με σιγουριά « Κάποιο λάθος κάνεις. Είκοσι χρόνια δουλεύω εδώ πέρα και τους γνωρίζω όλους έναν- έναν προσωπικά. Δεν υπάρχει εδώ τέτοιο όνομα».

« Μήπως ξέρετε την κυρία Γιάννα;» ξαναρώτησα, βέβαιος πια ότι εκείνην τουλάχιστον θα τη γνώριζε.

« Ούτε Γιάννα, ούτε Γιάννη», γέλασε και στράφηκε προς τον ταχυδρόμο που μόλις είχε φτάσει, κουβαλώντας ένα μεγάλο πακέτο από κάρτες.

Με έπιασε μεγάλη απογοήτευση. Τηλέφωνο δεν είχα, γιατί η αγαπημένη μου νεράιδα είχε γράψει στο χαρτί μόνο τη διεύθυνσή της.

Απομακρύνθηκα λυπημένος. Τριγύρισα και στις γύρω πολυκατοικίες, κοιτάζοντας με προσοχή τα ονόματα στα κουδούνια και ρωτώντας τους θυρωρούς αν ήξεραν το γιατρό Μέξη και τη γυναίκα του. Κανείς δεν τους γνώριζε, ούτε και τους είχε ακούσει ποτέ. Μετά από τρεις ώρες περιπλάνησης, γύρισα στο σπίτι αμίλητος.

« Τι έγινε;» με ρώτησε η μάνα μου. «Τα είπες τα κάλαντα στη Γιάννα;»

« Όχι», απάντησα με ψυχραιμία, «έφυγαν εκτάκτως με τον άντρα της στο εξωτερικό. Έτσι μου είπε ο θυρωρός».

Κλείστηκα στο δωμάτιό μου για να ζωγραφίσω καράβια και η μάνα μου δεν ξαναείπε τίποτα για τούτο το θέμα.

Αργότερα, πήγαμε στο λιμάνι να υποδεχτούμε τον πατέρα μου, ανοίξαμε τα δώρα, και είχε τόσα συναρπαστικά νέα να μας πει από τα ταξίδια του που ξέχασα την πρωινή μου ψυχρολουσία. Ήταν τόση η χαρά που γύρισε ο πατέρας στο σπίτι, ώστε η ανάμνηση της Γιάννας ξεθώριασε σιγά-σιγά και μπήκαμε στο ρυθμό της καθημερινότητας.

Μετά του Άι-Γιαννιού, με τα μαθήματα που άρχισαν, τα αγγλικά και τα γαλλικά, οι νεράιδες μπήκαν στο περιθώριο της ζωής μου και ασχολιόμουν με πιο πρακτικά πράγματα.

Σιγά σιγά σβήστηκε τελείως η εικόνα της Γιάννας απ’ το μυαλό μου και μόνο καμιά φορά στο δρόμο, όταν τύχαινε να μυρίσω εκείνο το λουλουδάτο άρωμα, μου έρχονταν στη μνήμη τα μάτια της γεμάτα δάκρυα συγκίνησης όταν άκουγε το « Θα σε πάρω να φύγουμε…»

 

Τα χρόνια πέρασαν και έφτασε η χρονιά που θα έδινα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Διάβαζα πολλές ώρες τη μέρα και πήγαινα καθημερινά σε ένα φροντιστήριο στο κέντρο της Αθήνας, γιατί είχα βάλλει στόχο να πετύχω στη νομική από τους πρώτους. Τελικά τα κατάφερα. Η μάνα μου πανηγύριζε όταν είδε το όνομά μου τρίτο στη σειρά επιτυχίας, κι ο πατέρας μου ενθουσιασμένος, θέλησε προτού καλά-καλά περάσω το κατώφλι της σχολής, να μου αγοράσει δικηγορικό γραφείο!!! Ο θείος ο Μάκης ήταν πιο πρακτικός. Μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων και τους εορτασμούς που ακολούθησαν στο σπίτι, πρότεινε να μου κάνει δώρο ένα ταξίδι στο Παρίσι. Θα μέναμε δέκα μέρες σε γνωστή του πανσιόν και θα με ξεναγούσε σε πολλά αξιοθέατα, γιατί ήξερε καλά την Πόλη του Φωτός, αφού είχε δουλέψει εκεί δέκα περίπου  χρόνια!

Φθινόπωρο ήταν όταν φθάσαμε στη Γαλλία και εγώ μαγεύτηκα από τα επιβλητικά κτίρια, από τον Σηκουάνα και τα μαγαζιά με τις όμορφες βιτρίνες. Όλα τα ταξίδια που είχα κάνει μέχρι τότε ήταν Αθήνα-Τρίπολη με κάποιες μικρές εκδρομές στη Βυτίνα και τη Δημητσάνα!

Δεν χόρταινα να κοιτάζω ολόγυρα και να προσπαθώ να θυμηθώ όλα όσα είχα διαβάσει για το Παρίσι και την ιστορία του! Θυμήθηκα τους Λουδοβίκους, τη Γαλλική επανάσταση, τον Βολταίρο, τον Βίκτωρα Ουγκώ και ένα πλήθος από μακρινά γεγονότα και πρόσωπα που τα τύλιγε η αχλύ του μύθου!

« Άντε να τελειώσεις με το καλό το πανεπιστήμιο, να έρθεις να κάνεις μεταπτυχιακά εδώ», είπε εύθυμα ο θείος Μάκης, που διασκέδαζε με τη σαστιμάρα μου!

« Χωρίς να γνωρίζω κανέναν σε τούτη τη χώρα;» ρώτησα με αφέλεια, γιατί πίστεψα αμέσως στα λόγια του θείου.

« Απόψε κιόλας θα σου γνωρίσω μια γνωστή μου κυρία που έχει κέντρο διασκέδασης. Θα τη συμπαθήσεις πολύ τη μαντάμ Αννέτ! Βοηθά τους νέους και είναι τόσο καλόκαρδη!» με βεβαίωσε ο θείος μου, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τους ώμους μου.

 

Κατά τις εννιά το βράδυ φθάσαμε με ταξί στο κλαμπ «La boite rouge».

Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και έτρεξε να μας ανοίξει την πόρτα ένας θυρωρός με λιβρέα. Φάνηκε ότι γνώριζε καλά τον θείο Μάκη, γιατί άρχισαν αμέσως τις εγκαρδιότητες στα γαλλικά. Σταθήκαμε κάμποση ώρα στην είσοδο για να πουν τα δικά τους. Μετά περάσαμε σε ένα χώρο φροντισμένο με ιδιαίτερο γούστο. Βελούδινα βαθιά καθίσματα στο χρώμα του βύσσινου, κουρτίνες μπροκάρ, ασημένια μαχαιροπήρουνα και βαριά κρυστάλλινα ποτήρια. Στα βάθος υπήρχε και μια μικρή σκηνή με όργανα. Ένας ψαρομάλλης δοκίμαζε κάτι παρτιτούρες στο βιολί του.

Δίπλα του, σε ένα ψηλό σκαμπό, ήταν ακουμπισμένη μια μποτίλια σαμπάνιας. Ο διακριτικός φωτισμός γλύκαινε τις φυσιογνωμίες. Τα αμπαζούρ τριγύρω, ήταν ντυμένα με κίτρινο μεταξωτό, και το φως τους χάριζε ένα περίεργο βάθος στις γκραβούρες των τοίχων.

Ο θείος έδειξε με το βλέμμα του ένα τραπέζι κοντά στη σκηνή. Κάθισα λιγάκι αμήχανα, γιατί πρώτη φορά βρισκόμουν σε τέτοιο μέρος.

Αμέσως ήρθε ένας καλοντυμένος σερβιτόρος και άναψε το κηροπήγιο.

Σε λίγο έφεραν μια μπουκάλα κρασί μέσα σε παγωνιέρα και ένα πιάτο με γαλλικά τυριά.

Τη στιγμή που σηκώσαμε τα ποτήρια να τσουγκρίσουμε, εμφανίστηκε μια ξανθιά μεστωμένη κυρία, η οποία φορούσε ένα τεράστιο τούλινο τριαντάφυλλο στο ντεκολτέ της!

« Μάκη cheri!» φώναξε και αγκάλιασε τον θείο μου με ένα πλατύ χαμόγελο. « Quelle belle surpise! »

Εκείνος ανταπέδωσε το αγκάλιασμα και έσπευσε να με συστήσει.

« Ο ανιψιός μου ο Δημήτρης», με παρουσίασε στη μαντάμ Αννέτ που πήρε το χέρι μου και το έσφιξε στις δυο παλάμες της με θέρμη. Επακολούθησε φυσικά η σκιαγράφηση του πορτραίτου μου και η απαρίθμηση των επιτυχιών μου.

Η ιδιοκτήτρια του κέντρου άκουγε με προσοχή και συγχρόνως κάπνιζε αρωματικό τσιγάρο με τη μακριά πίπα της. Κατά διαστήματα γύριζε και μου χαμογελούσε, σαν να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι σίγουρα θα ήταν κοντά μου αν αποφάσιζα να έρθω στο Παρίσι για μεταπτυχιακά.

Απορροφημένος από την κουβέντα και από την προσπάθειά μου να συμμετέχω σ’ αυτή με τα φτωχά γαλλικά μου, δεν πρόσεξα ότι στη σκηνή είχε ανέβει μια γυναίκα έτοιμη να τραγουδήσει.

Γύρισα και την κοίταξα όταν άρχισε να τραγουδά βραχνά μια γνωστή επιτυχία της Εντίτ Πιάφ. Κάτι μου θύμιζε η παρουσία της, αλλά τι;

Σε λίγο όταν πλησίασε προς το τραπέζι μας,  πλημμύρισε ο τόπος από κείνο το αγαπημένο λουλουδάτο άρωμα…Μα ναι! Οι πυκνές βλεφαρίδες της νεράιδας, το βαθύ πράσινο βλέμμα! Σχεδόν δεν πίστευα στα μάτια μου! Ήταν η Γιάννα του τραίνου! Ήμουν σίγουρος για αυτό! Τόσο επιβλητική η παρουσία της στα παιδικά μου χρόνια, που τη θυμήθηκα αμέσως! Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της!

Φορούσε μαύρη δαντέλα και κάλτσες με ραφή. Μου φάνηκε το πρόσωπό της αδύνατο και χαραγμένο από δυο ρυτίδες! Ξέχασα και τον θείο μου και τη μαντάμ Αννέτ και παρακολουθούσα μία-μία τις συλλαβές του τραγουδιού! Να με θυμόταν άραγε; Το δίχως άλλο θα πήγαινα να της μιλήσω! Προτού όμως το τολμήσω, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα αν ρωτούσα πρώτα για αυτήν τον θείο μου. Ίσως να τη γνώριζε…

« Ωραία τραγουδάει η κυρία», έκανα δήθεν αδιάφορα, μιλώντας  ελληνικά στον θείο Μάκη. «Είναι διάσημη τραγουδίστρια;»

« Ποια η Τζίνα;» απάντησε εύθυμα εκείνος. « Κώλ-γκερλ πολυτελείας. Εδώ και πολλά χρόνια, έχει ψώνιο με το τραγούδι και της αρέσει να παριστάνει την καλλιτέχνιδα. Πηγαινοέρχεται Παρίσι-Αθήνα, γιατί πετάγεται συχνά στην Τρίπολη να δει τον κατάκοιτο πατέρα της, που ήταν κάποτε παπάς!»

Έμεινα άφωνος. Στέγνωσε ο λαιμός μου…Η Γιάννα του τραίνου κορίτσι πολυτελείας; Και ο γιατρός; Και η αρχόντισσα πεθερά; Και η χαρισάμενη συζυγική της ζωή; Θρύψαλα έγινε απόψε εδώ στο γαλλικό καμπαρέ το παραμύθι της νεράιδας. Δεν ήθελα να το πιστέψω! Εγώ όμως θα επέμενα στην εικόνα της Γιάννας που γνώρισα ένα χειμωνιάτικο πρωί μέσα στο τραίνο για την Αθήνα! Τι μ’ ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι γι’ αυτήν; Αφού στην καρδιά μου κρατούσε μια μαγική θέση, σ’ αυτή θα βασίλευε πάντα!

Τότε μια ξαφνική ιδέα μου ήρθε στο μυαλό.

« Θείε μήπως έχεις μαζί σου τη φυσαρμόνικα;» ρώτησα και σηκώθηκα επάνω με θάρρος. Ίσιωσα τη γραβάτα μου, έστρωσα το σακάκι και πήρα τη φυσαρμόνικα που έβγαλε από την τσέπη του απορημένος ο θείος Μάκης. Η Γιάννα είχε τελειώσει το τραγούδι της. Ο βιολιστής της είχε προσφέρει ένα ποτήρι σαμπάνια και το έπινε αργά καθισμένη σε ένα από τα βελούδινα σκαμνιά του μπαρ.

Ανέβηκα στη σκηνή και όλων τα μάτια στράφηκαν επάνω μου. Έβαλα τη φυσαρμόνικα στα χείλη και άρχισα να παίζω το « Θα σε πάρω να φύγουμε…», ρίχνοντας κλεφτές ματιές στη Γιάννα. Με παρακολουθούσε προσηλωμένη ευλαβικά. Μου φάνηκε ότι έκανε δυο-τρεις μορφασμούς για να κρύψει τη συγκίνησή της και προτού ακόμα τελειώσω  τη μελωδία μου, την είδα να φορά το παλτό της και να παίρνει την τσάντα της. Βιαζόταν να φύγει από δω μέσα…

Αφήνοντας το κομμάτι μισοτελειωμένο, έτρεξα να την προλάβω όταν άνοιγε την εξώπορτα.

« Γιάννα!» ψιθύρισα θαμπωμένος από τον μύθο μου.

«Γεια σου αγοράκι του τραίνου», απάντησε βραχνά και χάθηκε στο σκοτάδι της νύχτας.

 


Σχετικά Νέα