Φοίβος Πιομπίνος

17/2/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Η Ακρόπολη των Αθηνών και ο οίκος μόδας Gucci

Πρέπει επιτέλους να καταστεί γνωστό  στους πάντες, τόσο στο εωτερικό όσο και στο εξωτερικό, πως δεν είναι δυνατόν να προσφέρονται οι αρχαιότητες μας ως υποβλητικό σκηνικό για εμπορικούς, διαφημιστικούς λόγους, εκτός της ακραίας περίπτωσης κινηματογραφικής ταινίας, της οποίας το σενάριο προβλέπει κάποιες σκηνές να εκτυλίσσονται σε τέτοιους χώρους. Τέτοιες σκηνές μπορεί να γυριστούν και σε μια εκκλησία ή ένα μοναστήρι, αλλά για αυστηρά καλλιτεχνικούς λόγους. Σοφότατα, λοιπόν, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών (ΕΦΑ) γνωμοδότησε ότι δεν μπορεί ένα υπέρτατο μνημείο όπως ο Παρθενώνας να καταντήσει σκηνικό για την επίδειξη ενός μεγάλου οίκου μόδας. Ο  οίκος μόδας Gucci θα μπορούσε να αξιοποιήσει ως σκηνικό των δημιουργημάτων  του ένα από τα άπειρα εκπάγλου καλλονής τοπία του ελλαδικού χώρου· δεν χρειαζόταν να ζητήσει την παραχώρηση ενός ιερού τόπου για ανίερους σκοπούς, κι ας πρόσφερε γι’ αυτό μια χορηγία(!) δύο εκατομμυρίων ευρώ στην επόμενη πενταετία, ένα ασήμαντο βέβαια  ποσό συγκρινόμενο με το πολλαπλάσιο όφελος που θα αποκόμιζε απ’ αυτή τη δραστηριότητα. Δεν είναι δυνατόν να ξεπουλήσουμε τα πάντα στην ταλαίπωρη  χώρα μας, και πάντως όχι την ψυχή μας. Κάποτε, στα χρόνια της χούντας, η αστυνομία προσπάθησε να εξαγοράσει μια εκδιδόμενη γυναίκα για να τους πουλάει διάφορες πληροφορίες. Αυτή δεν πτοήθηκε διόλου και τους έδωσε την εξής απάντηση: «Ακούστε με καλά· μπορεί να πουλάω καθημερινά το σώμα μου, όμως την ψυχή μου δεν την πουλάω». Αθάνατη ελληνική ψυχή!

Αυτό όμως που αρνήθηκε να κάνει μια πόρνη, δηλαδή να πουλήσει την ψυχή της, θα δεχόντουσαν να το κάνουν έναντι αργυρίων κάποιοι συμπατριώτες μας. ΄Εντονα αλγεινή εντύπωση μού προξένησε επί του εν λόγω ζητήματος άρθρο της κ. Ξένιας Κουναλάκη, που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της 16ης Φεβρουαρίου. Γράφει, λοιπόν, η εν λόγω δημοσιογράφος: « Τι είναι δηλαδή ακριβώς η Ακρόπολη, αν όχι ένα σκηνικό, το σήμα κατατεθέν της Αθήνας, το σημαντικότερο αξιοθέατο της πόλης, της χώρας, ίσως και της ηπείρου;»  Δηλαδή η κ. Κουναλάκη αντιλαμβάνεται την Ακρόπολη ως σκηνικό και ακόμη χειρότερο ως σήμα κατατεθέν (marque déposée) της πόλης, διατηρώντας ωστόσο  αμφιβολίες αν πρόκειται και για το σημαντικότερο αξιοθέατο της Ευρώπης. Λες κι έχει επισκεφθεί στην Ευρώπη ιερότερο, υψηλότερης πνευματικότητας και συνάμα υπέρτερου κάλλους μνημείο. Αναρωτιέται μάλιστα γιατί παραμένουμε προσκολλημένοι στην αποστειρωμένη έννοια της ιερότητας του βράχου (η υποσημείωση είναι δική μου). Επικρίνει μάλιστα ως εμμονική την άρνηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) να μην κρίνει –δόξα τω Θεώ, λέω εγώ- κανέναν φορέα άξιο να του παραχωρηθεί η Ακρόπολη, όπως σοφότατα επισήμανε ο καθηγητής κ. Μανόλης Κορρές. Λες και υπάρχει άξιος  φορέας για κάτι τέτοιο. Εξάλλου αναφέρει, ανοήτως, πως υπάρχει διεθνής εμπειρία χορηγιών μνημείων από επιχειρηματικούς κολοσσούς (Bulgari, Diesel, Tod’s κ.λπ), όπως συνέβη με το Κολοσσαίο και τη Φοντάνα ντι Τρέβι στη Ρώμη ή τη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία, λες και ειναι συγκρίσιμα αυτά τα μνημεία με την ιερότητα και την πνευματική  ακτινοβολία της Ακρόπολης. Και η κ. Κουναλάκη προτείνει στα μέλη του ΚΑΣ «να άρουν σταδιακά αυτά τα σχεδόν ειδωλολατρικά στεγανά», αφού θεωρεί «αρτηριοσκληρωτική την προσκόλληση στο άβατο της Ακρόπολης» και να συνταχθούν με τη νέα νοοτροπία που έφερε «στη σύγχρονη ζωή και τη λειτουργικότητα της πόλης» μας το νεο Μουσείο της Ακρόπολης, συγκρίνοντας και πάλι έναν ιερό τόπο μ’ ένα μουσείο, και μάλιστα δυτικοευρωπαϊκής αισθητικής.  Το αποκορύφωμα της ελαφρότητας με την οποία αντιμετώπισε το όλο ζήτημα είναι η κατάληξη του  χρονογραφήματός της: «Μνημεία που μένουν μακριά από την αληθινή ζωή –βλ. την Ακρόπολη-  και απαιτούν σεβασμό και ψίθυρο,πεθαίνουν με τον χρόνο». Ποιος είπε ότι η Ακρόπολη μένει μακριά από την αληθινή ζωή; Μήπως η κ. Ξ. Κουναλάκη μπερδεύει την αληθινή ζωή με την εμπορευματοποιημένη, την επίπλαστη ζωή; Πώς μπορεί να θεωρεί ότι, επειδή σεβόμαστε το μνημείο, αυτό έχει πεθάνει. Πώς θα της φαινόταν να γινόταν επίδειξη μόδας στη Μονή του Οσίου Λουκά; Γιατί όχι, βάσει της αποϊεροποιημένης αντίληψης που έχει για τους ιερούς τόπους και χώρους;  Και γιατί οι ξένοι είναι κατ’ ανάγκην πρότυπα προς μίμησιν και όχι προς αποφυγήν; Κατόπιν όλων αυτών, θεωρώ πως κάθε περαιτέρω σχόλιο περιττεύει.

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος           piombinos.com