Φοίβος Πιομπίνος

08/12/2017 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΣΜΗ’): τα ρήματα σκοτίζομαι, σκουντουφλάω-σκουντουφλιάζω, σπάζομαι, στέφομαι και στραβώνομαι

    Το ρήμα σκοτίζομαι χρησιμοποιείται σπάνια ως παθητική μορφή του ρήματος σκοτίζω. Συνήθως απαντάται με την  έννοια του δεν ενδιαφέρομαι, δεν νοιάζομαι για κάποιον/κάτι όπως π.χ. στην ειρωνική έκφραση κι εγώ σκοτίστηκα!

    Το ρήμα  σκουντουφλάω έχει διαφορετική έννοια από το ρήμα σκουντουφλιάζω. Το σκουντουφλάω σημαίνει σκοντάφτω (π.χ. τον τελευταίο καιρό ο παππούς μου όλο σκουντουφλάει, πέφτει και χτυπάει), ενώ το σκουντουφλιάζω σημαίνει χάνω τη διάθεσή μου, γίνομαι σκουντούφλης, σκυθρωπός (π.χ. δεν σου είπα και τίποτα προσβλητικό ώστε να σκουντουφλιάζει έτσι δα).

    Το ρήμα  σπάζομαι, παθητική φωνή του ρήματος σπάζω, σημαίνει ενοχλούμαι υπερβολικά από κάτι, απ’ όπου προέρχεται το επίθετο σπαστικός, που χαρακτηρίζει ένα άτομο εξαιρετικά εκνευριστικό (π.χ. σταμάτα να κάνεις συνεχώς παρατηρήσεις, μη γίνεσαι σπαστικός!).

    Η μετοχή εστεμμένος του μεσοπαθητικού ρήματος  στέφομαι χρησιμοποιείται ως επίθετο για να χαρακτηρίζει αυτόν που φέρει στέμμα, το μέλος βασιλικής οικογένειας (π.χ. στο γάμο της μετέπειτα βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της Μεγάλης Βρετανίας είχαν παρευρεθεί όλοι οι εστεμμένοι της Ευρώπης).

    Το ρήμα στραβώνομαι, παθητική φωνή του ρήματος στραβώνω, δεν περιέχει την έννοια του στραβού (όχι ίσιου) που περιέχεται στην ενεργητική φωνή. Το στραβώνομαι έχει την έννοια του: 1. δεν βλέπω καλά, γίνομαι τυφλός, χάνω την όρασή μου (π.χ. μια ζωή στο  βελόνι και με τα χρόνια να περνούν, στο τέλος στραβώθηκε) 2. κουράζω υπερβολικά τα μάτια μου (π.χ. μη διαβάζεις με κακό φωτισμό γιατί θα στραβωθείς).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com