Γλωσσικά τινα (ΡΓ’): η σημασία των λέξεων «εγκύπτω» και «ενσκήπτω»
Σύνηθες φαινόμενο είναι να συγχέονται, πιθανότατα λόγω ομοηχίας, τα ρήματα εγκύπτω και ενσκήπτω, μολονότι δεν έχουν μεταξύ τους καμία ετυμολογική ή σημασιολογική συγγένεια. Το ρήμα εγκύπτω (< εν+κύπτω) σημαίνει: 1. σκύβω και εξετάζω με προσοχή κάτι (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση, ζήτημα, υπόθεση κ.λπ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι (π.χ. ο αρμόδιος υπουργός εγκύπτει στα πρόσφατα φαινόμενα φυλετικής βίας) 2. καταγίνομαι συστηματικά και με ζήλο με κάτι (π.χ. ο αδελφός μου […]







