Γλωσσικά τινα (ΤΚΔ΄): το πολυσήμαντο ουσιαστικό έπαρση
Η λέξη έπαρση σημαίνει: 1. την ανύψωση(π.χ. το πρωί γίνεται στο στρατόπεδο η έπαρση της σημαίας και το βράδυ η υποστολή της) 2. (μτφ.) την υπερβολική και αδικαιολόγητη υπερηφάνεια, αλαζονεία, την υπεροψία, την οίηση (π.χ. διακρίνω έπαρση στη συμπεριφορά του). Φοίβος Ι. Πιομπίνος piombinos.com