Φοίβος Πιομπίνος

23/9/2019 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά (ΟΔ’): το ρήμα βάλλω

       Το ρήμα βάλλω συντίθεται  -και διατηρείται στη χρήση μέχρι σήμερα- και με τις 18 κύριες προθέσεις της  Αρχαίας, ήτοι τις 6 μονοσύλλαβες και τις 12 δισύλλαβες: εμ-βάλλω, εισ-βάλλω, εκ-βάλλω, συμ-βάλλω, προσ-βάλλω, προ-βάλλω, ανα-βάλλω, κατα-βάλλω, δια-βάλλω, μετα-βάλλω, παρα-βάλλω, αντι-βάλλω, αμφι-βάλλω, επι-βάλλω, περι-βάλλω, απο-βάλλω, υπο-βάλλω και υπερ-βάλλω. Συχνά και με δύο προθέσεις: προ-υπο-βάλλω, παρ-εμ-βάλλω, προσ-επι-βάλλω, αντι-κατα-βάλλω κ.ά. Σε μικρότερη έκταση το ίδιο συμβαίνει και με το ρήμα θέτω.

     Ο αόριστος του βάλλω γράφεται με ένα -λ-: ανέβαλα –  να/θα αναλάβω ( μία  φορά, χωρίς διάρκεια ή επανάληψη), ενώ ο παρατατικός με δύο -λλ-: ανέβαλλα – να/θα αναβάλλω (πολλές  φορές, επανειλημμένως, με διάρκεια). Για να αποφεύγεται η σύγχυση ανάμεσα σε παρατατικό και αόριστο και ανάμεσα σε τύπους με το να/θα, ως ενεστώτας και παρατατικός του απλού ρήματος χρησιμοποιείται το ρήμα βάζω: βάζω, έβαζα να/θα βάζω –   έβαλα, να/θα βάλω. Ο αρχαίος ενεστώτας και ο παρατατικός  (βάλλω / έβαλλα) χρησιμοποιούνται με τη σημασία του ρίχνω, επιτίθεμαι, πλήττω (βάλλω εναντίον κάποιου).

         Φοίβος Ι. Πιομπίνος     piombinos.com