Γλωσσικά τινα (ΡΛΗ’): τα συνώνυμα του ρήματος «μπαίνω»
Το ρήμα μπαίνω (από το αρχαίο εμβαίνω) είναι το γενικό ρήμα που χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «περνώ την είσοδο κλειστού χώρου, κινούμαι από εξωτερικό χώρο, ώστε να βρεθώ σ’ έναν εσωτερικό χώρο» (π.χ. μπαίνω στο γραφείο μου / μπαίνει στο σπίτι της). Λογιότερη είναι η χρήση του ρήματος εισέρχομαι (π.χ. η χώρα εισήλθε σε περίοδο λιτότητας / ο πρωθυπουργός εισέρχεται στο προεδρικό μέγαρο). Το ρήμα εισβάλλω σημαίνει «μπαίνω […]







