Φοίβος Πιομπίνος

25/1/2019 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά (ΞΖ’): τα ομόηχα ρήματα «γλείφω» και «γλύφω»

    Το ρήμα γλείφω σημαίνει : 1. περνώ, σύρω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι, συνήθως για να το υγράνω ή να το γευθώ (π.χ. το σκυλί έγλειφε την πληγή του / ήταν τόσο πεινασμένος που έγλειψε ώς και το πιάτο του) 2.  απομακρύνω κάτι με  τη γλώσσα μου (π.χ. εγλειψε τη σοκολάτα από τα χείλη του) 3. (μεταφορικά για κύματα, φλόγες) κινούμαι πλησιάζοντας και αγγίζοντας ελαφρά και για λίγο μια επιφάνεια (π.χ. τα κύματα έγλειφαν τα βράχια της ακτής / οι φλόγες άρχισαν να γλείφουν τους τοίχους του σπιτιού μου).

Το ρήμα γλύφω σημαίνει λαξεύω σε σκληρή ύλη, σμιλεύω.

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.com