Στέλιος Νικολαΐδης

13/11/2013 | Category: Στέλιος Νικολαΐδης

Το φως του Ηλιου

Ο Ήλιος παρέμεινε για τους αρχαίους Έλληνες μια ξέχωρη μορφή από αυτή του Απόλλωνα, όπως η Σελήνη μια ξέχωρη μορφή από αυτή της Άρτεμης. Η σύγχυση, που δεν καθιερώθηκε οριστικά παρά στη ρωμαϊκή εποχή, δεn βρίσκεται ούτε στον Όμηρο, ούτε στον Ησίοδο, ούτε στους ύμνους του Πινδάρου.

Η Άρτεμις και ο αδελφός της Απόλλων δεν αναπαριστούν, λοιπόν, όπως συχνά έγινε πιστευτό στη συνέχεια, τη Σελήνη και τον Ήλιο, σε πείσμα των φωτεινών τους αρμοδιοτήτων, ακόμα και όταν ο Απόλλωνας είναι ο Φοίβος και η Άρτεμις η Φοίβη.

Πρόκειται για μια διαφορά αρχής ανάμεσα σε δυο είδη φωτός.

Το φως του Ήλιου, όπως και αυτό της Σελήνης, παραμένει ένα φυσικό φως, ενώ το φως του Απόλλωνα δεν μπορεί να είναι, παρά το πνευματικό φως ή το φως της Έμπνευσης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις τρεις ευεργετικές του αρμοδιότητες (ιατρική, μουσική, μαντεία).

Το φυσικό φως μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδυμα ή ως σύμβολο του πνευματικού φωτός – κι αυτό είναι που εξηγεί τη μεταγενέστερη σύγχυση -, αλλά τα δυο αυτά φώτα παραμένουν στην πηγή τους τελείως ανόμοια.

Έτσι στην περίφημη αλληγορία του Πλάτωνα, ο αισθητός Ήλιος είναι μόνο η εικόνα ή το ανάλογο του ιδεατού Ηλίου ή πνευματικού Ηλίου, όπως το σύμβολο του εσωτερικού οφθαλμου της Διανόησης ή του Νου.

Αλλά ενώ ο φυσικός Ήλιος ή η θεότητα που κυριαρχεί εκεί, είναι ο κινητός μέσα στην “ασταμάτητη” πορεία του όπως τον ύμνησαν οι ποιητές, όπως και στην αναπαράσταση που αποδέχεται η γεωκεντρική Αστρονομία, ο πνευματικός Ήλιος του Αγαθού είναι ήδη το σταθερό σημείο, γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο κόσμος των Ιδεών.

Αυτός ο “ιδεατός τόπος” (τόπος νοητός) βρίσκεται πέρα από τα σύνορα του ορατού ουρανού: είναι “υπερουράνιος”.

Ένας κάποιος “φυσιολατρισμός”, έμπνευσης χοντρικά “ουράνιας” ή “αστρικής”, αναιρείται με την τελευταία προφανή διάκριση του Απόλλωνα  από  τον ΄Ηλιο. Αυτή η διάκριση δείχνει πάντως ότι το πνεύμα της αρχαίας μυθολογίας μπορεί να βρεθεί πιο κοντά σε αυτό της μεταφυσικής από όσο ορισμένες εμπειρικές ερμηνείες, στην πραγματικότητα πολύ καθυστερημένες, θέλησαν να γίνει πιστευτό.

Υπάρχει λιγότερη σύγχυση στους αρχαίους μύθους από ότι υποθέτουν αυτοί, που θα ήθελαν να αποδώσουν τα πάντα στο χονδροειδές πνεύμα των “πρωτόγονων” που τους συνέλαβαν.

Ένας αναντίρρητος “μεταφυσικός” ενθουσιασμός ζωντανεύει ήδη αυτή καθ’ εαυτή τη μυθολογία. Η μεταγενέστερη φιλοσοφία θα μπορέσει να παραδεχθεί ένα μυθικό συμβολισμό. Συμβαίνει η ίδια η φιλοσοφία, που δανείσθηκε αυτό το συμβολισμό, να ρίχνει κατά  κάποιο μέτρο φως στους αρχαίους μύθους.

Δεν ήταν τυχαίο που ο Πλατωνισμός και πριν από αυτόν ο Πυθαγορισμός τοποθετήθηκαν κάτω από το σημείο του Απόλλωνα. Ο Πυθαγόρας, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ένας τουλάχιστον από τους διαδόχους του (ο Φιλόλαος) απεχθανόταν το πνεύμα της γεωκεντρικής αστρονομίας χωρίς μολαταύτα να δίνει την πρώτη θέση στον ορατό Ηλιο, φέρει στο ίδιο το όνομά του μια αναφορά στο νικητή του Πύθωνα και θα θεωρηθεί σαν”ο δεύτερος Απόλλωνας”.

Σύμφωνα με την πυθαγορική ερμηνεία που διατηρήθηκε από το Νεοπλατωνισμό, ο Απόλλωνας είναι το σύμβολο της υψίστης Μονάδας, ως “καταστροφέας” του πλήθους των φαινόμενων, που συμβολίζει ο Διόνυσος.

Η διαμάχη μετάξυ των φιλοσόφων και των ποιητών υπάρχει, αλλά είναι λιγότερο σοβαρή ή λιγότερο αποφασιστική, απ’ ότι πίστευαν στην εποχή του Πλάτωνα.

Ο Σωκράτης του Πλάτωνα φροντίζει να “ηθικοποιήσει” τους αρχαίους μύθους, συχνά πέρα από τα όρια του επιτρεπτού, αλλά αποκρούοντας τη νατουραλιστική ερμηνεία, που αργότερα θα υιοθετηθεί από τους Στωϊκούς και από τους Ευημεριστές , δέχεται μια μεταφυσική εξήγηση, που δεν μπερδεύεται πάντοτε με την υπερβολική ηθικοποίηση ή με τη στείρα επίδειξη.

Οι σχέσεις της ερμηνείας αυτής με αυτήν του Ορφισμού, είτε περνάμε, είτε όχι από το ενδιάμεσο του Πυθαγορισμού, είναι προφανείς.

Ο ίδιος ο Ήλιος,

πολύ διαφορετικός από τον Απόλλωνα,

δεν είναι ένα χονδροειδές φετίχ.

Δεν είναι ο Ήλιος που βλέπουμε,

αλλά ο Ήλιος που “βλέπει τα πάντα”, πράγμα που διαφέρει πολύ.

Ο Ήλιος, όπως το λένε συνέχεια οι ποιητές,

ανακαλύπτει όλα όσα γίνονται στο φως της μέρας,

ενώ η Σελήνη με το φως της κάνει την ίδια δουλειά τη νύχτα.

Ο Ήλιος είναι που προδίδει στον Απόλλωνα, σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο,

τον νεαρό κλέφτη των κοπαδιών του Ερμή,

και είναι η Εκάτη ή η Σελήνη,

που κρατώντας τη δάδα ανακρίνει πρώτα τη Δήμητρα, που περιπλανιέται σε αναζήτηση της κόρης της.

Αυτή η λειτουργία είναι αυτή της “ανακάλυψης”, εμπειρικής ή πειραματικής, που ασκείται στον ορατό κόσμο.

Τα πράγματα που ανακαλύπτουν οι ουράνιες θεότητες, αλλά όχι “υπερουράνιες”, είναι αυτά που βλέπουμε. Δεν είναι αόρατα και δεν μπορούμε να μιλάμε για “μυστήρια”, ακόμα κι όταν πρόκειται για “μυστικά”.

Εξαιτίας του ότι η δάδα της σεληνιακής θεάς δεν φωτίζει παρά αυτού του είδους τα πράγματα, η Σελήνη δεν είναι σε θέση να δώσει πληροφορίες στη Δήμητρα.

Κι αν ο Ήλιος πραγματικά την πληροφορεί, είναι μόνο για έναν κοινό θάνατο, χωρίς να μπορεί να την οδηγήσει ο ίδιος μέχρι τον άλλο κόσμο, όπως το βεβαιώνει ο ομηρικός ύμνος που διηγείται την ιστορία της Ελευσίνας.

Ο Ήλιος, παρ ‘όλο τον “ανώτερο” προσδιορισμό του ως υιού του Υπέριωνα, είναι ίσως ο άρχοντας των κατασκόπων. Δεν είναι ο άρχοντας των μαντείων και σταματά στο κατώφλι του μυστηρίου, ακόμα και την ώρα της δύσης, αφού σταματά τότε να δίνει πληροφορίες στους ανθρώπους.

Από την πλευρά της, η Εκάτη ή Σελήνη δεν προΐσταται τη νύχτα παρά σε επιχειρήσεις αρκετά κοινής μαγείας, που δεν περιέχουν καμιά πραγματική αποκάλυψη. Αυτός είναι ο λόγος, που η θεά αυτή, η οποία  δεν ξεπερνά το “λεπτεπίλεπτο” πεδίο, δεν έγινε ποτέ δεκτή στον Όλυμπο, που είναι καθαρά η περιοχή του Πνευματικού, του Άρρητου ή του Υπερουράνιου.

Ο ίδιος ο Άδης δεν είναι στη λίστα των δώδεκα μεγάλων θεών, αλλά για μια τελείως διαφορετική αιτία και καθόλου αξιοπρεπή.Το σκοτεινό βασίλειο, που χαρακτηρίζεται καμιά φορά σαν βασίλειο του υπόγειου Δία (Καταχθόνιος Ζευς), είναι σαν  ανεστραμμένη εικόνα του βασιλείου του Ολύμπου. Αντίθετα η τριπλή Εκάτη, που αντιστοιχεί στις τρεις φάσεις της Σελήνης, όσο μεγάλη θεά κι αν φαίνεται, δεν μπορεί να ιδρύσει παρά ένα βασίλειο ενδιάμεσο, ανάμεσα σ’ αυτό του Άνω και σ’ αυτό του Κάτω. Δεν είναι λοιπόν τόσο “μακρινή” όσο το όνομα της θα μπορούσε να κάνει πιστευτό.

Πρέπει τέλος να περιορισθεί στο να κυβερνά τον κόσμο του γίγνεσθαι ή υποσεληνιακό κόσμο, χρησιμοποιώντας το μέτρο του χρόνου, που είναι επίσης το μέτρο των πεπρωμένων. Μοιράζεται αυτή την αρμοδιότητα μετρήματος του χρόνου με τον Ήλιο, ανάλογα με το αν πρόκειται για σεληνιακό ή για ηλιακό έτος.

Αν ο ίδιος ο Ήλιος δεν ανήκει στον Όλυμπο, αν ξεχάσθηκε από τον Δία, όπως το διηγείται ο Ησίοδος, είναι χωρίς αμφιβολία για τον ίδιο λόγο που κάνει τη θεότητα αυτή το ίδιο ή ακόμα περισσότερο “επιφανειακή’ (ατελή), περιορίζοντάς την στο πεδίο των φυσικών φαινομένων.

Πρόκειται, στη μία όπως και στην άλλη περίπτωση, για θεότητες που σίγουρα δεν είναι αμελητέες, αλλά που ανήκουν στον αρχαίο κύκλο των Τιτάνων.

Δεχθήκαμε στην αρχή αυτής της μελέτης, που ο Απόλλωνας είχε μπορέσει να ασκήσει ορισμένα από τα προνόμια του Άδη, πριν από την οριστική σύσταση του Ελληνικού Πανθέου. Ο Σωκράτης στον Κρατύλο, δε φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για να αποκαταστήσει τη μορφή του Αδη από ότι τη μορφή του Απόλλωνα, που τις συνδέει εξαιτίας της κοινής τους σημασίας “τρομερός”.

Στον Φαίδωνα ο φιλόσοφος είχε δεχθεί τη λαϊκή ετυμολογία, που θέλει το βασίλειο του αόρατου (Αείδης = αυτός που δεν βλέπεται).

Αυτό το είχε ήδη δεχθεί, προκειμένου να αποκαταστήσει αυτή την ίδια την έννοια του αόρατου, όπως κι αυτή του θανάτου, που συνδέεται μαζί της.

Οι πλατωνικές “Ιδέες” δεν είναι οι ορατές φόρμες των πραγμάτων μόνο μετά το θάνατο, έχοντας απελευθερωθεί από τα σάρκινα μάτια, αλλά θα μπορέσει κανείς να τις επεξεργαστεί άμεσα, όπως είχε μπορέσει ήδη να το κάνει πριν γεννηθεί.

Στον Κρατύλο, ο Άδης γίνεται μέσα από λογοπαίγνιο αυτός που “γνωρίζει” (ειδέναι) πολλά, στην προκειμένη περίπτωση τα κρυφά πράγματα, πράγμα που αντιβαίνει στο βάθος την προηγούμενη ετυμολογία, μιας και δεν πρόκειται γι’ αυτά τα πράγματα, που το ατελές φως της ημέρας επαρκεί για να τα φωτίσει.

Η έννοια του Άδη παραλληλίζεται επίσης στον Κρατύλο με τη σημασία του ονόματος του γιου του Πλούτου (που θα γίνει ο Πλούτωνας των Ρωμαίων), που αντιστοιχεί στα υπόγεια πλούτη, που διατηρεί η τρομερή θεότητα.

Πρέπει ακόμα να θυμίσουμε, πως αν ο Άδης δεν εισέρχεται ποτέ στον Όλυμπο, με τον οποίο δεν επικοινωνεί παρά μέσω του Ερμή, ο ίδιος ο Απόλλωνας διωγμένος για ένα διάστημα από το υπερουράνιο βασίλειο, χρειάσθηκε να εξαγνισθεί πάνω στη γη από τη φήμη του σαν φονιάς.

Ένας πρώτος καταμερισμός δουλειάς φαίνεται να είχε συσταθεί ως εξής: αν ο Απόλλωνας και η αδελφή ΄Αρτεμις τον σκοτώνουν με τα βέλη τους, ο Άδης διατηρεί τα κύματά τους, συσσωρεύοντας έτσι τα πλοία μέσα στα υπόγεια παλάτια του. Βρίσκουμε πραγματικά μια σύγκρουση μεταξύ Απόλλωνα και Άδη, όταν ο τελευταίος πηγαίνει να παραπονεθεί στο Δία, πως ο γιος του Απόλλωνα επιχειρεί να αναστήσει τους νεκρούς, στερώντας του έτσι αυτό που του οφείλεται.

Η ιστορία παρουσιαζόμενη κάτω απ’ αυτή τη μορφή, κρύβει ίσως μιαν άλλη. Θα μπορούσε να έχει γίνει συγκρουση μεταξύ Απόλλωνα και Άδη για λόγους συναγωνισμού, μια και ο προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων τους, σε κάποια εποχή, δεν ήταν πολύ καθαρός.

Όπως και να ‘χει το θέμα, όπως το δείχνει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, είναι ταυτόχρονα και για τους ίδιους λόγους, που πρέπει τόσο ο Απόλλωνας, όσο και ο Άδης  να αποκατασταθούν. Χωρίς αμφιβολία, δεν υπήρξαν ποτέ μυστήρια του Απόλλωνα που να περιείχαν μυήσεις, όπως αυτές των Μυστηρίων της Ελευσίνας, στα οποία ο Άδης έπαιζε το σημαντικό ρόλο που ξέρουμε.

Αλλά ελλείψει μυστηρίων, υπήρχε στους Δελφούς ένα μαντείο του Απόλλωνα, που η φήμη του είναι γνωστή σε όλη την Ελλάδα και που τη σχέση του με τις υπόγειες δυνάμεις δεν μπορεί να την αρνηθεί κανείς,  αφού ήταν πάντοτε αποδεκτό πως διαδεχόταν αυτό της Γης.

Εξαιτίας της δύναμης αυτού του μαντείου, μπόρεσαν να μιλήσουν για το “φως” τον Απόλλωνα με μια αφηρημένη έννοια, που δεν μπορούσε σίγουρα να είναι η ίδια με αυτή του φωτός του Ηλίου.

Νά γιατί δεν φοβηθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε, για να περιγράψουμε ένα τέτοιο φως, τη δανεισμένη από τη σύγχρονη φυσική έκφραση του  “μαύρου φωτός”.

Το μαύρο φως είναι πιο διεισδυτικό από το φως της ημέρας και προϋποθέτει ένα είδος καθόδου στον Άδη, που θα πραγματωθεί, προκειμένου να μπορέσει ύστερα να δει κανείς εκεί καθαρότερα.

Ποια ήταν η σημασία του περίφημου “Γνώθι σεαυτόν”, που ήταν γραμμένο στη μετώπη του Ναού των Δελφών;

Μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς με τη “μετρημένη” έννοια της Ησιοδικής σοφίας, δηλαδή, “άνθρωπε γνώρισε αυτό που είσαι, ότι δεν είσαι αθάνατος, όπως οι θεοί κι ότι πρέπει να υποταχθείς στην τύχη σου”.

Μπορεί να το καταλάβει κανείς επίσης, όπως το έκανε ο Σωκράτης στο διάλογο με τον Αλκιβιάδη, με την έννοια τον “άνθρωπε, γνώρισε το θεό που υπάρχει μέσα σου”, δηλαδή συνειδητοποίησε, πως είσαι πολύ περισσότερο, απ’ ότι πιστεύεις.

Οι δύο ερμηνείες, αντιθέτου πνεύματος, αξίζουν το ίδιο και χωρίς αμφιβολία αλληλοσυμπληρώνονται, όπως η διπλή όψη της μορφής του Απόλλωνα.

Κατά τον Πλούταρχο, στην ερώτηση του θεού, που του ζητούσε να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό, ο άνθρωπος έπρεπε να απαντήσει με το χαιρετισμό, που αντιστοιχούσε στα γιγάντια γράμματα που υπήρχαν στη μετώπη του Ναού ΕΙ, δηλαδή “εσύ είσαι” (υπάρχεις).

Όποιος θέλει να ανυψωθεί στο ανώτερο φως, πρέπει πρώτα να κατέβει στα βάθη του ίδιου τού Είναι του, για να συναντήσει το τρομερό πρόσωπο του θανάτου.

Πηγή: www.neoastro.gr