Τόνια Μασουρίδου

28/10/2014 | Category: Τόνια Μασουρίδου

Με τους Ινδιάνους Μόχοκ στο Μόντρεαλ

«Την ιστορία με τον άνεμο»τόλμησα να ζητήσω στον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλής, μετά από μερικά φλιτζάνια τσάι που μου είχε προσφέρει δίπλα στο τζάκι. Ανυπομονούσα να μου διηγηθεί σκηνές από την ινδιάνικη μυθολογία. Να μάθω για τον φοβερό θεό-άνεμο που καθοδηγούσε τις πιρόγες τους στα ποτάμια και έλεγε παραμύθια στα παιδιά, τα βράδια στις σκηνές, καθώς φυσούσε μέσα στα δάση.

Για μένα ετούτη η πρώτη εκδρομή στο Καναγουάκι, το χωριό των Ινδιάνων Μόχοκ, στη Νότια Ακτή του Μόντρεαλ, ήταν μια απόδραση στον κόσμο των θρύλων. Όπως ερχόμουν, διασχίζοντας τη γέφυρα Μερσιέ του Αγίου Λαυρεντίου, όλες οι ταινίες γουέστερν που είχα δει, ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια μου. Ατρόμητοι Ινδιάνοι δάμαζαν άγρια άλογα και αρκούδες,  στέκονταν επάνω σε λόφους και  αντάλλασσαν μηνύματα με τη δική τους γραφή των δαχτυλιδιών του καπνού, έσπερναν τον τρόμο σε συμμορίες καουμπόηδων.    Παρακολουθούσα τελετουργίες σαμάνων ιερέων που υπέτασσαν τα στοιχεία της φύσης κάνοντας επικλήσεις σε γιγαντιαία τοτέμ, άκουγα περίεργες ανθρώπινες κραυγές να συνεννοούνται μυστικά με τα πουλιά, ένοιωθα την ενέργεια περιδέραιων καμωμένων από όστρακα ψαριών και γιατρικών από βοτάνια, που διέθεταν μαγική δύναμη.

Ωστόσο, όλο αυτό το ανεξάντλητο σκηνικό των παραδόσεων και των μύθων, στιγματιζόταν από τα ματωμένα αχνάρια ολόκληρων γενεών Ινδιάνων, εδώ και αιώνες. Το «μεγάλο θηρίο με τα λευκά μάτια» έφτασε πράγματι από την ανατολή, όπως είχαν προβλέψει οι ινδιάνικες προφητείες και καταβρόχθισε κομματάκι-κομματάκι τις φυλές που είχαν συνάψει φιλίες με έναν από τους πιο σκληρούς χειμώνες του κόσμου. Το διακρίνεις με την πρώτη ματιά το βαθύ παράπονο στο βλέμμα τους ανακατεμένο με μια μοναδική αξιοπρέπεια που –δεν ξέρω γιατί-μου θύμισε έντονα την Κυρά της Ρω. Και οι Μόχοκ, όπως και εκείνη, προσπαθούν να υψώνουν καθημερινά τη σημαία τους στο μοναχικό βράχο της λίγης γης που τους απέμεινε, κόντρα στο βαρύ ψύχος που επικρατεί στις ψυχές τους και στη φύση γύρω τους.

«Να φυτέψετε ένα δέντρο» τους είχε συμβουλέψει η σοφία των προγόνων τους. «Καθώς θα λιγοστεύετε από τις σφαγές, φυτέψτε ένα δέντρο με ρίζες που θα διακλαδώνονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και εκεί, κάτω από τον ίσκιο του, ζήστε ενωμένοι με αγάπη.»

Αντί για το παραμύθι με τον άνεμο, προτιμούν να μου ιστορήσουν πως εγκαθίδρυσαν την Ομοσπονδία της Μεγάλης Ειρήνης μαζί με τέσσερις  ακόμα φυλές ιροκέζων, στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών. Αποτελείται  από τους Ονέιντα, τους Σενέκα, τους Ονοντάγκα, τους Καγιούγκα και τους Μόχοκ. Οι τελευταίοι, έχουν και τον τίτλο «των φρουρών της Ανατολικής Πύλης».Κατέχουν το βορειοανατολικό τμήμα των εκτάσεων της Ομοσπονδίας και θεωρούν ότι δεν έχουν κατακτηθεί ποτέ από κανένα. Στη μητριαρχική τους κοινωνία, οι γυναίκες είναι εκείνες που έχουν τον πρώτο λόγο και εκλέγουν τους αρχηγούς.

«Κανατάκτα σημαίνει δίπλα στο ποτάμι»μου εξηγεί ο νέος άντρας, ο οποίος κατέχει τώρα την πρώτη θέση στην κοινότητα των Μόχοκ, παίρνοντας τα ηνία από τον γέρο Σάμμυ Λη. Επιμένει να διατηρεί το όνομά του στη γλώσσα του και να μη βγάζει καναδέζικο διαβατήριο. «Δεν είμαι Καναδός» τονίζει, «είμαι Μόχοκ».Δίνει προτεραιότητα στις διηγήσεις των κοινωνικών προβλημάτων των Μόχοκ και επιμένει να αφήσουμε την εξιστόρηση των μύθων για αργότερα. Προθυμοποιείται να με ξεναγήσει στο χωριό, να μου δείξει τα βιβλία που περιέχουν λεπτομέρειες από την άφιξη των Γάλλων στον Καναδά, τον 16ο αιώνα.

Στο ξύλινο σπίτι του Σάμμυ Λη, που με δέχτηκαν με εξαιρετικά φιλόξενη διάθεση, βρίσκονται ακόμα ο Ράσελ, ο γιος του πρώην αρχηγού, ο οποίος διδάσκει στο σχολείο της κοινότητας των Μόχοκ, η γυναίκα του η Μάρθα, και ο Δημήτρης, ο έλληνας φοιτητής που διατηρεί εδώ και χρόνια φιλίες με την οικογένεια και ήταν αυτός που με οδήγησε ως εδώ.

Μετά από ομόφωνη απόφαση της παρέας, αποφασίζουμε να περπατήσουμε στο χωριό. «Ρεζέρβα» το ονομάζουν οι Καναδοί και αόριστα αυτή η λέξη περιέχει για όποιον την ακούει με τα αυτιά της ψυχής, τις προδιαγραφές ενός γκέτο.    Χρώμα σχεδόν αμερικάνικο. Ατμόσφαιρα ειρηνική, με έντονες πινελιές χαλαρότητας. Κουβεντιάζοντας μαθαίνω, ότι όλοι οι Ινδιάνοι, από τότε που γεννιούνται έχουν μια ισόβια επιχορήγηση από το κράτος. Αρκετά σεβαστή, ώστε να μην τους απασχολεί ιδιαίτερα το θέμα της δουλειάς, στην πορεία της ζωής τους. Αναρωτιέμαι αν αυτό μεταφράζεται σε τύψεις των κατακτητών ή σε «έξυπνη» στρατηγική εξολόθρευσης. Προτιμώ να μη διατυπώσω τα ερωτηματικά μου και συγκεντρώνομαι στις αγιογραφίες του ναού της Αγίας Κατέρι Τετακγουίθα.        Πρόκειται για μια Ινδιάνα κοπελίτσα δεκαεπτά ετών, η οποία πίστεψε με θέρμη τις διδασκαλίες των πρώτων Γάλλων ιεραποστόλων και αγίασε τον 18ο αιώνα. Η εκκλησία είναι περιποιημένη και πεντακάθαρη, ενώ οι τοιχογραφίες γύρω μου, παρουσιάζουν σκηνές της Καινής Διαθήκης με ερμηνείες στη γλώσσα των Μόχοκ, γραμμένες σε λατινική γραφή. Με κοιτούν στα μάτια για να δουν τις αντιδράσεις μου. Η Ελλάδα βρίσκεται τόσο μακριά για αυτούς, μια χώρα μυθική, χτισμένη σε άλλον πλανήτη. Γνωρίζουν όμως πολλά για την ελληνική αρχαιότητα και αυτό το διαπιστώνω με την επίσκεψη μου στο σχολείο του χωριού.

Ένα μεγάλο φωτεινό κτίριο, γεμάτο σχιστομάτικα ινδιανάκια που παίζουν χαρούμενα στο προαύλιο. Εξοπλισμός σύγχρονος, άριστα μέσα διδασκαλίας. Ο Ράσελ μου συστήνει πολλούς δασκάλους, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για το έργο τους. Ταγμένοι στη διατήρηση της γλώσσας και των ηθών τους, μιλάνε αγγλικά με ευχέρεια, αλλά στα γαλλικά, μόλις συλλαβίζουν μερικές λέξεις. Ο Δημήτρης μου εξηγεί ότι οι Μόχοκ προτιμούσαν πάντα την αγγλική πλευρά, σε αντίθεση με τους Υρόν που διατηρούν φιλίες με τους Γάλλους. Τριγυρίζουμε στις αίθουσες, μου δείχνουν τα έργα της ξυλογλυπτικής των παιδιών και καταλήγουμε στο μεγάλο πάρκο με τα δύο τεράστια τοτέμ. Τοποθετημένα στο συγκεκριμένο μέρος για τουριστικούς λόγους, είναι ο κατάλληλος χώρος  να φωτογραφηθούν οι τουρίστες που επισκέπτονται συχνά το Καναγουάκι. Εκεί, ανάμεσα στα αγριολούλουδα και τα σφενδάμια, μου διηγούνται τις δικαστικές διαμάχες για τις απαλλοτριώσεις της γης, που χρονολογούνται εδώ και πολλά χρόνια ανάμεσα στην κοινότητά τους και την κυβέρνηση.      Πρώτοι οι Ιησουΐτες ιεραπόστολοι τον 18ο αιώνα, διεκδίκησαν με βίαιο τρόπο τα μέρη που οι Μόχοκ είχαν  αποικήσει έναν ολόκληρο αιώνα πριν αποβιβαστούν οι Γάλλοι στον Καναδά. Μετά από πολλές περιπλανήσεις οι Μόχοκ εγκαταστάθηκαν στη σημερινή τοποθεσία που ονομάζεται Καναγουάκι. Λαός σχεδόν νομαδικός για πολλές χιλιετίες, είχαν σαν κύριες ασχολίες τους το κυνήγι, τη γεωργία, το ψάρεμα και το εμπόριο. Κατοικούσαν σε προσωρινούς καταυλισμούς σ’αυτή την αχανή χώρα, παίρνοντας συλλογικές αποφάσεις για τις μελλοντικές κινήσεις της φυλής. Οι διαδικασίες γίνονταν με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο και συμμετείχαν σ’αυτές εξ ίσου άντρες και γυναίκες. Μόνο όταν το κλίμα ελάττωνε τη γονιμότητα της γης, αποφάσιζαν να μετακινηθούν σε άλλα μέρη.

Στο Καναγουάκι ρίζωσαν. Με τον καιρό, έγιναν οι καλύτεροι κωπηλάτες στις πλωτές μεταφορές της άφθονης ξυλείας που έδιναν τα δάση του Κεμπέκ. Εξελίχθηκαν σε ονομαστούς τεχνίτες του χάλυβα και κατασκεύασαν τις μεγάλες γέφυρες του Αγίου Λαυρεντίου, καθώς και τεράστια οικοδομήματα. Επίσης διέπρεψαν σαν διπλωμάτες στις πολιτικές και κοινωνικές διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους και τους Άγγλους, αλλά και με τις άλλες φυλές Ινδιάνων που ζουν στον Καναδά.

Εδώ ο Κανατάκτα σταματάει. Θα ήταν καλύτερα, λέει, να συνεχίσουμε την κουβέντα μας στη βιβλιοθήκη του χωριού. Χρειάζεται γραπτές μαρτυρίες, φωτογραφίες και ντοκουμέντα για να δείξει ολοκληρωμένα τη λαίλαπα του «πολιτισμένου» δυτικού Μινώταυρου. Τα σάρωσε όλα, μας εξηγεί, δείχνοντας εικόνες και ημερομηνίες. Ικανότητες, ταλέντα, παραδόσεις, ήθη και έθιμα. «Εμείς τους δεχτήκαμε καλά. Τους βοηθήσαμε να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες του πρώτου αποικισμού και εκείνοι μας είδαν σαν βάρβαρους. Είπαν ότι δεν ξεχερσώναμε καλά το χώμα, δεν ξέραμε να καλλιεργήσουμε τη γη. Ήθελαν να μας «εκπολιτίσουν» με τον τρόπο που γνώριζαν. Να μας  επιβάλλουν τη δική τους εξουσία, να αφομοιωθούμε στο  παιχνίδι των συστημάτων τους. Έτσι, θέσπισαν ένα καινούργιο τιμοκρατικό σύστημα και άρπαξαν το μεγαλύτερο μέρος της γης μας» συνεχίζει ο νεαρός αρχηγός και φτάνει στα γεγονότα του 1990.

Εκείνο το καλοκαίρι, ο δήμος αποφάσισε να επεκτείνει ένα γήπεδο γκολφ καταπατώντας  ένα χώρο ιερό για τους Μόχοκ, τόπο λατρείας και μνημείο με οστά των προγόνων τους. Όλοι οι ιροκέζοι εξεγέρθηκαν. Κατέλαβαν τους δρόμους διαδηλώνοντας, έστησαν οδοφράγματα μπροστά στο ιερό δάσος και εμπόδιζαν οποιαδήποτε πρόσβαση προς εκεί. Άντρες, γυναίκες, παιδιά είχαν να αντιμετωπίσουν την οργή της έφιππης αστυνομίας που όρμησε με δακρυγόνα  και χειροβομβίδες εναντίον τους. Ελεύθεροι σκοπευτές καραδοκούσαν σε κάθε γωνιά, ενώ όσοι βρίσκονταν στην εξουσία μεταχειρίζονταν όλα τα μέσα για την πραγματοποίηση του σχεδίου τους. «Ξεσηκωθήκαμε σαν ένα σώμα. Είμαστε αποφασισμένοι να μην περάσουν. Και ήρθαν μαζί μας και τα αδέρφια μας. Όλες οι φυλές κινητοποιήθηκαν με διαβήματα, διαμαρτυρίες, καταγγελίες για την άδικη επίθεση και καταπάτηση των βωμών μας» διηγείται ο Κανατάκτα και μου δείχνει εφημερίδες με φωτογραφίες.

«Οι καλοί θεοί των Μόχοκ βοήθησαν» επεμβαίνει η Μάρθα με χαμόγελο θριάμβου. «Ίσως το πάθος μας για την υπεράσπιση των ιερών, αλλά πιο πολύ ο άνεμος του οποίου επιθυμείς να ακούσεις το παραμύθι» μου έκλεισε το μάτι με νόημα. «Ο αέρας έστρεψε τα δακρυγόνα προς το μέρος των αστυνομικών, προκάλεσε μπέρδεμα στις γραμμές τους και η επιχείρηση των αρχών απέτυχε, αφήνοντας μάλιστα και ένα νεκρό δικό τους στο πεδίο της συμπλοκής».

Θα μπορούσαν να μιλάνε μέχρι το βράδυ. Να μου διηγούνται δεκάδες ιστορίες σαν κι αυτή, να μου περιγράφουν λεπτομέρειες από αγώνες άλλων εποχών λες και τις έζησαν οι ίδιοι, να μου εξηγούν υπομονετικά σελίδες από τα βιβλία τους. Όμως ο Ράσελ θυμάται τη λαχτάρα μου να ακούσω θρύλους από τη μυθολογία τους, να μάθω πως συνομιλούν μυστικά με τη φύση, πως εξασκούν τη δικιά τους ιατρική, παρέα με τα φυτά και με τα δέντρα. Για αυτό  και προτείνει ένα πέρασμα από την καλύβα του Τακουιτή, υπέργηρου σαμάνου και γιατρού της φυλής των Μόχοκ. Περπατώντας μέσα στους δρόμους του χωριού διαπιστώνω ότι δεν υπάρχουν και εδώ, όπως παλιά στα ελληνικά χωριά, ονόματα οδών και αριθμοί στα σπίτια. Σε μερικές γωνιές, ανακαλύπτω μαγαζάκια μικρά που πουλάνε προϊόντα της ινδιάνικης τέχνης. Παπούτσια  χειροποίητα, γιλέκα δερμάτινα, μικρά ξύλινα γλυπτά, ζωγραφιές φτιαγμένες με πυρογραφία. Με εντυπωσιάζουν τα μοναδικά τους κεντήματα. Χρησιμοποιούν τα χρώματα με μια καθαρότητα και μια διαύγεια ιδιαίτερη, θαρρείς και βλέπεις συνέχεια ένα τοπίο μετά από βροχή. Ακόμα και τα  έργα τους εκπέμπουν αυτή τη βαθιά γνώση της κάθε εποχής, τη σοφία και την ηρεμία της επαφής με τη φύση.

Ο Τακουιτή είναι η μεγάλη έκπληξη του Καναγουάκι. Ένας υπερβολικά ήρεμος γέρος που ζει σε μια τρομερά ακατάστατη καλύβα, πρόθυμος να αναπτύσσει με τις ώρες φιλοσοφικές έννοιες απλά, ενώ κατασκευάζει μερικά ιδιόρρυθμα κομπολόγια. Και το πιο περίεργο! Έχει ασπασθεί και την Ορθοδοξία, γιατί ένας καλόγερος τον έπεισε με κατήχηση για την αλήθεια του Ορθόδοξου Χριστιανισμού! «Ναι, αλλά δεν εγκατέλειψες τη θρησκεία σου» τον πειράζει ο Δημήτρης γελώντας και εκείνος παραδέχεται πολύ γαλήνια ότι η μια θρησκεία συμπληρώνει την άλλη!

Μας διηγείται για τη μαγική πιρόγα του Κόρακα, που μπορεί να μικρύνει ίσα με το μέγεθος μιας πευκοβελόνας ή να μεγαλώσει τόσο, ώστε να καλύψει το σύμπαν ολόκληρο. Ήρωας σοφός και συνάμα ζαβολιάρης, ο πιο σπουδαίος απ’ τα πλάσματα της γης, ο Κόρακας, μπορεί να μεταμορφώνεται και να δημιουργεί απεριόριστα. Εκείνος τοποθέτησε τον ήλιο και τη σελήνη στον ουρανό, έφτιαξε τους καταρράκτες και τις λίμνες, έπλασε τα ζώα και τα φυτά και ετοίμασε την είσοδο των ανθρώπων στον κόσμο ανοίγοντας μια τεράστια αχιβάδα! Αν και έφερε τη ζωή στη γη, μεταφέροντας το φως και τη φωτιά από τον ουρανό, δεν είναι ο Δημιουργός που έχτισε το σύμπαν από το χάος. Πρόκειται για ένα πλάσμα παράδοξο, πάνω από τη δυαδικότητα των αντιθέσεων, έτοιμο να διδάξει στους ανθρώπους σπουδαίες τέχνες αλλά και να τους προξενήσει προβλήματα με τις απανωτές σκανταλιές του!

Ο γέρο σαμάνος μας χαρίζει φτερά πουλιών και κουτάκια από κόκαλα ζώων που φέρνουν τύχη. Στα ράφια του, έχει δεκάδες αλοιφές από βοτάνια, υγρά σε μπουκαλάκια για αντισηψία, σκόνες ειδικές που θεραπεύουν αμέσως τον πονοκέφαλο.

Η ώρα περνά χωρίς να καταλάβουμε ότι νυχτώνει. Ακούραστος ο Τακουιτή, μας εξηγεί την προσωπικότητα των ζώων και των φυτών, τα χαρίσματά τους, τον τρόπο που πρέπει να τους φέρεσαι  για να διατηρείς μαζί τους μόνιμη επικοινωνία.

«Τώρα δεν προλαβαίνουμε τη Σαμάνθα» είπε ο Ράσελ, κοιτάζοντας το ρολόι του. Γυναίκα από τις πιο παλιές της φυλής, ισότιμη με τον ιερέα σαμάνο, φεύγει για την καλύβα της κοντά στη λίμνη, μόλις αρχίζει και πέφτει το σούρουπο.

«Την άλλη φορά» σκέπτομαι «θα φέρω και μαγνητόφωνο».Εδώ, κάτι μέσα σου ξυπνά την επιθυμία να ξανάρθεις. Θέλεις να μάθεις περισσότερα από όσα άκουσες, να νοιώσεις ξανά την υπομονετική περηφάνια των ανθρώπων, να πλησιάσεις μαζί τους τα δάση και τα ποτάμια τους. Θαρρείς και η φύση τους όρισε εκλεκτούς της, τους έχρισε κλειδοκράτορες του βασιλείου της και εκείνοι μετακινούν πρόθυμα για όποιον το ζητήσει την πέτρα που φράζει τη σπηλιά των θησαυρών της. Η λαχτάρα μου να γνωρίσω τον κόσμο τους δικαιώθηκε απόλυτα. Ένοιωθα ήδη πολύ φτωχή που θα γύριζα στους ουρανοξύστες του Μόντρεαλ και θα αγόραζα, στο πρώτο συνάχι, αντιβιοτικά από το πλησιέστερο φαρμακείο.

Μας ξεπροβόδισαν μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Μαζί μας ήρθε και το κοριτσάκι της Μάρθας που είχε για μας, μια ζωγραφιά απ’ το σχολείο του. Επάνω στους αποχαιρετισμούς, τους κάλεσα να έρθουν το Σάββατο το βράδυ στο γλέντι της Ελληνικής Κοινότητας που θα είχε μπουζούκια απ’ την Ελλάδα.

Η απάντησή τους, λίγο έλειψε να με κάνει να καταπιώ κάποιο από τα γιατρικά του Τακουιτή: «Αν πρόκειται να σπάσουμε και πιάτα, θα ‘ρθούμε!!!!»

 

Τόνια Μασουρίδου