Τόνια Μασουρίδου

P1020032
31/10/2014 | Category: Τόνια Μασουρίδου

Το σάμαλι

Ένα μικρό διήγημα της Τόνιας Μασουρίδου

Δεν είχε κλείσει ούτε τα είκοσι δύο του χρόνια, όταν πήγε φαντάρος ο Λάμπης ο Καραλής. Ένα παιδί ήταν ακόμα που αγαπούσε το παιχνίδι, την καλή παρέα και τα γλυκά. Αυτά τα αθώα του γούστα όμως, δεν τον εμπόδιζαν  να είναι και ο πρώτος μάστορας στο συνεργείο των αυτοκινήτων, που μαθήτευε από τα δεκάξι του. Ο κυρ- Χαράλαμπος το αφεντικό του, με το μαγαζί το διώροφο κάτω στο λιμάνι του Πειραιά, πολύ τον εκτιμούσε για τα καθαρά του μάτια και τα αυθόρμητα καλοσυνάτα λόγια του. Το ίδιο και οι πελάτες και ειδικά ένας γέρος πλούσιος, ο οποίος κάθε μήνα απαιτούσε την παρουσία του Λάμπη για τη συντήρηση της πανάκριβης Μερσεντές του!

Εκείνον όμως τον Οκτώβρη,  ο νεαρός έπρεπε να υπηρετήσει οπωσδήποτε τη θητεία του για κάποιους οικογενειακούς λόγους, που δεν σήκωναν αναβολή.

« Άντε παιδάκι μου, με την ευχή μου» τον φίλησε η μάνα του η κυρά-Ρήνη και κρέμασε στο λαιμό του ένα σταυρό από κεχριμπάρι που τον είχε από τη μάνα της και εκείνη από τη γιαγιά της. « Καλό ταξίδι» του ευχήθηκε και τον σταύρωσε.

Από την προηγούμενη τον είχε συμβουλέψει να κρατά την ψυχραιμία του ό,τι και να συμβαίνει, να είναι φιλικός με όλους και να μην ανακατώνεται στις υποθέσεις των άλλων.

Έτσι, ο Λάμπης παρουσιάστηκε στη μονάδα του, χαρούμενος και ήρεμος γιατί είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην ευχή της μάνας του.

Ξεχώρισε αμέσως στα μάτια των ανωτέρων του, επειδή δεν αντιμιλούσε και είχε απέραντη υπομονή στα καψόνια του στρατού και στις  υπόλοιπες δοκιμασίες της στρατιωτικής εκπαίδευσης.

Ο λοχαγός του μάλιστα, ο Ηλίας ο Δενδραμής, τον φώναζε συχνά  για να ρίξει μια ματιά στο αμάξι του. Ο Λάμπης πρόθυμα μουτζουρωνόταν και σκάλιζε τη μηχανή, μέχρι να διορθώσει τελείως τη βλάβη.

 

Όταν πέρασαν οι σαράντα μέρες, έμαθε ότι τον στέλνουν στις στρατιωτικές φυλακές για φρουρό. Έκριναν, φαίνεται, οι ανώτεροι ότι το παιδικό χαμόγελο του Λάμπη θα έκανε καλό και στους πιο άγριους κρατούμενους, αν το έβλεπαν καθημερινά.

Ο νεαρός δέχτηκε τη μετάθεση γεμάτος χαρά και πήρε μαζί του το σκάκι, το τάβλι του και μια τράπουλα για κολιτσίνα. Τόσες ώρες απέξω από τα κάγκελα, θα είχε χρόνο να παίζει με την ψυχή του.

Στο δρόμο για τις φυλακές παρατηρούσε τα πουλιά και σκεφτόταν με συμπόνια τους φυλακισμένους που δεν μπορούσαν να χαρούν τον ήλιο και τον αέρα.

« Είναι όλοι φίλοι μου» αποφάσισε, καθώς τακτοποιούσε τα λιγοστά του πράγματα στο μικρό καμαράκι που του παραχώρησαν πλάι στο γραφείο του αρχιφύλακα.

Και ο Λάμπης ο Καραλής άρχισε, στο πέρασμα του Δεκέμβρη, να γνωρίζει τους κρατούμενους και τα χούγια τους. Γνώρισε τον Θανάση τον τσαμπουκαλή που είχε κατακλέψει τους συναδέλφους του, τον Νώντα τον πρεζάκια, τον Μαθιό που πουλούσε λαθραία και κάμποσα άλλα « μούτρα περιωπής», όπως τα χαρακτήριζε ο αρχιφύλακας.

« Πάνω από όλους να προσέχεις τον Μίστο, εκείνον τον μαυριδερό με την ουλή στο φρύδι» τον συμβούλεψε και του τόνισε ότι είχε ξεκοιλιάσει τέσσερις αξιωματικούς.

Κανένας δεν ήθελε να στέκεται για πολύ έξω απ’ το κελί του Μίστου, για αυτό και την παραμονή Πρωτοχρονιάς ο κλήρος έλαχε στον Λάμπη να μείνει, που ήταν και ο πιο καλόβολος.

Κάθισε λοιπόν απ’ έξω και βαριόταν ολομόναχος. Κοίταζε τον Μίστο μέσα από τα κάγκελα, που μασουλούσε πασατέμπο και έφτυνε τα φλούδια αδιάφορος στο πάτωμα. Που και που έβηχε και σκούπιζε με ένα λερωμένο μαντήλι τη μύτη του.

« Δεν ξεκλειδώνω την πόρτα» σκέφτηκε « να τον φωνάξω εδώ για να παίξουμε κανένα ταβλάκι;» Ούτε που πήγε ο νους του στο κακό.

Ο άλλος απόρησε όταν του το είπε. Βγήκε όμως συγκρατημένος και έστρωσαν πάνω στον πάγκο το πλακωτό.

Πέρασε καμιά ώρα χαλαρά και ο κρατούμενος χαιρόταν, γιατί είχε κερδίσει μερικά παιχνίδια. Μερικές φορές σταματούσαν για να καπνίσουν ένα τσιγάρο, που ο Μίστος απολάμβανε ιδιαίτερα, ρουφώντας το με μεγάλη ηδονή.

Λίγο προτού να αλλάξει ο χρόνος και ενώ από κάποια τηλεόραση μακριά, ακούγονταν γιορταστικά τραγούδια, ο Λάμπης σκέφτηκε ότι έπρεπε να γιορτάσουν οι δυο τους, δοκιμάζοντας κάτι γλυκό.

« Περιμένεις λίγο» χτύπησε φιλικά τον Μίστο στον ώμο «να πεταχτώ μέχρι την καντίνα για να φέρω καμιά λιχουδιά για τους δυο μας;»

Ο άλλος δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Να μείνει μόνος, ελεύθερος έξω από το κελί, αυτός που όλοι τον θεωρούσαν μεγάλο κακούργο; Έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και περίμενε.

Σε ένα τέταρτο ο Λάμπης γύρισε με τέσσερα σάμαλι, τυλιγμένα στο χαρτί. Ο Μίστος δεν είχε σαλέψει. Ένα σάμαλι από έναν άνθρωπο, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ήταν δώρο για αυτόν ουρανοκατέβατο!

Και να συνοδεύεται και με νίκη στο τάβλι!

Έφαγε ο καθένας από δύο. Ο Λάμπης στις δώδεκα ακριβώς, τον αγκάλιασε και τον φίλησε,

« Καλή χρονιά» ευχήθηκε και ο Μίστος ανταπέδωσε μέσα από τα δόντια του την ευχή, μην τολμώντας να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

Πέρασαν πέντε χρόνια από εκείνη την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο Λάμπης απολύθηκε και ξαναγύρισε στο συνεργείο του μαστρο-Χαράλαμπου.

Τώρα πια είχε γίνει συνεταίρος στη δουλειά και ζούσαν καλά με την κυρά-Ρήνη, τη μάνα του. Τα πρόσωπα του στρατού είχαν σχεδόν ξεθωριάσει απ’ τη μνήμη του και δεν περίμενε ότι κάποιο απ’ αυτά θα παρουσιαζόταν μπροστά του με αναπάντεχο τρόπο!

Ένα βράδυ καλοκαιριού γύριζε στο σπίτι κουρασμένος απ’ τη δουλειά, αλλά και χαρούμενος, γιατί το κομπόδεμά του αύξαινε μέρα με τη μέρα.

Περνούσε μέσα από τα σκοτεινά σοκάκια της Καστέλας αφηρημένος, χωρίς να διακρίνει στο ημίφως μια παρέα από αλήτες, που πήγαιναν να του κόψουν το δρόμο. Τον πλησίαζαν με άγριες διαθέσεις, μουρμουρίζοντας βρισιές και βγάζοντας απειλητικά τα μαχαίρια τους για να τον ληστέψουν. Ο Λάμπης τα έχασε. Έπιασε ασυναίσθητα τον κεχριμπαρένιο του σταυρό, όταν κάτω από το φως μιας κολόνας ηλεκτρικού άκουσε μια κραυγή, που έκανε τους αλήτες να παγώσουν:

« Κάτω τα χέρια σας απ’ αυτόν! Το σάμαλι!»

Ο Μίστος, ο αρχηγός της συμμορίας, τον αναγνώρισε και του ανταπέδιδε το κέρασμα εκείνης της πρωτοχρονιάτικης νύχτας!

 

Τόνια Μασουρίδου


Σχετικά Νέα