Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΟΒ’): Τα ρήματα «εγκύπτω» και «ενσκήπτω»

today1 Αυγούστου, 2013

Background
share close

Συχνά συγχέονται τα ρήματα εγκύπτω και ενσκήπτω, πιθανώς λόγω ομοηχίας των δύο αυτών λέξεων, μολονότι διαφέρουν εντελώς μεταξύ τους τόσο ετυμολογικά όσο και σημασιολογικά.
Το ρήμα εγ-κύπτω (εν+κύπτω) σημαίνει: 1. σκύβω και εξετάζω με προσοχή (αντικείμενο ή γεγονός, συμβάν, κατάσταση, ζήτημα κ.λπ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι (π.χ. η οικονομική επιθεώρηση ενέσκυψε στα προβλήματα των φοροαπαλλαγών) 2. καταγίνομαι συστηματικά και με ζήλο με κάτι (π.χ. εδώ και χρόνια εγκύπτω στη μελέτη της βυζαντινής αγιογραφικής τέχνης).
Το ρήμα εν-σκήπτω προκειμένου για δυσμενή φαινόμενα σημαίνει ορμώ μέσα, εισορμώ εναντίον, εμφανίζομαι αιφνιδιαστικά και πλήττω με ορμή, επιτίθεμαι με σφοδρότητα (π.χ. δριμύ ψύχος / θύελλα / κακοκαιρία / επιδημία ενέσκυψε στή χώρα).

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος    piombinos.blogspot.gr

Συντάκτης: Φοίβος Πιομπίνος

Rate it

Προηγούμενο άρθρο

Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (ΟΑ’): τα ρήματα «κλείω» και «κλείνω»

΄Οπως συμβαίνει και με άλλα ρήματα (δίδω – δίνω, λύω – λύνω, στέλλω – στέλνω, βάλλω – βάζω κ.ά.), τα περισσότερα σύνθετα διατηρούν τον αρχικό τύπο του ρήματος (εν προκειμένω του κλείω) και όχι τον νεότερο τύπο (κλείνω). ΄Ετσι έχουμε τα ρήματα: απο-κλείω, εγ-κλείω, εμ-περι-κλείω, περι-κλείω και (το νεότερο) εσω-κλείω, ενώ από το κλείνω έχουμες μόνο το νεότερο ανοιγο-κλείνω. Συχνά συγχέεται ο αόριστος του κλείνω με το ομόηχο κλίνω, που […]

today1 Αυγούστου, 2013

Σχολιάστε το άρθρο (0)

Αφήστε το σχόλιό σας

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


[wpens_easy_newsletter firstname="no" lastname="no" button_text="Εγγραφή"]

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

0%