Φοίβος Πιομπίνος

03/4/2016 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (196): τα ρήματα «υποχωρώ» και «υπαναχωρώ»

Το ρήμα υποχωρώ σημαίνει: 1. ΣΤΡΑΤ. αποσύρομαι από στρατιωτική θέση την οποία κατείχα, εξαιτίας πιέσεως ή για στρατιωτικούς λόγους: οι εχθρικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν 2. υφίσταμαι καθίζηση : από το σεισμό υποχώρησαν οι στέγες πολλών σπιτιών / υποχώρησε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου 3. (μτφ.) πέφτω σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτό όπου βρίσκομαι, παρουσιάζω ύφεση: προς το πρωί υποχώρησε ο πυρετός του / σήμερα υποχώρησε το δολάριο έναντι του ευρώ 4. (μτφ.) παραιτούμαι από απαίτησή μου, γίνομαι διαλλακτικότερος, συμβιβάζομαι: δέχτηκα να υποχωρήσω στις αξιώσεις μου.

Το ρήμα υπαναχωρώ σημαίνει: 1. αποχωρώ βαθμηδόν και διακριτικά, αποσύρομαι με τρόπο 2. (μτφ.)  αναιρώ ό,τι έχω πει, εγκαταλείπω παλαιότερες διακηρυγμένες απόψεις, ιδέες, γνώμες μου κ.λπ.: στο τέλος ο πρωθυπουργός υπαναχώρησε από την προηγούμενη αδιάλλακτη άποψή του 3. ΝΟΜ. διαλύω μονομερώς σύμβαση ή συμφωνία, αθετώ το λόγο μου ή την υπογραφή μου.

 

Φοίβος Ι. Πιομπίνος  piombinos.com