Φοίβος Πιομπίνος

08/8/2019 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Γλωσσικά τινα (295): τα ρήματα “ασκώ” και “εξασκώ”

      Το ρήμα ασκώ σημαίνει:  1. υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε άσκηση, ώστε να αποκτήσει ικανότητα σε κάτι, γυμνάζω, προπονώ, εκπαιδεύω (π.χ. οι αθλητές ασκούν συστηματικά το σώμα τους) 2. έχω  ως επάγγελμα, ασχολούμαι συστηματικά με κάτι (π.χ. ασκώ τη δικηγορία / ασκώ την ιατρική)  3. κάνω χρήση (δικαιώματος, εξουσίας ή δύναμης) (π.χ.  ο δικηγόρος άσκησε έφεση / η αστυνομία άσκησε βία κατά τον εορτασμό του Πολυτεχνείου / οι πολίτες καλούνται να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα) 4. σε φράσεις κάνω αυτό που δηλώνει το ουσιαστικό της φράσης : ασκώ επίδραση (επιδρώ), ασκώ επιρροή (επηρεάζω), ασκώ γοητεία (γοητεύω), ασκώ έλξη (έλκω), ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ τρομοκρατία (τρομοκρατώ), ασκώ κριτική (κρίνω).

       Το ρήμα εξασκώ σημαίνει: 1. εκπαιδεύω πρακτικά σε ορισμένο αντικείμενο, ασκώ, εκγυμνάζω, προπονώ (π.χ. χθες εξασκήθηκα στη νυκτερινή οδήγηση / οι αθλητές εξασκούν καθημερινά το σώμα τους για τη συμμετοχή τους στους Ολυμπιακούς αγώνες) 2. εφαρμόζω στην πράξη κάτι που έχω μάθει θεωρητικά (π.χ. εξασκώ το επάγγελμα του φοροτεχνικού).

         Ενώ τα ρήματα ασκώ και εξασκώ είναι πολλές φορές συνώνυμα,  δεν συμπίπτουν  σε όλο το εύρος της σημασίας και της χρήσης τους. ΄Ετσι, το ασκώ χρησιμοποιείται και σε άλλες περιπτώσεις, όπου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εξασκώ. Αυτές είναι: 1. ασκώ = κάνω, ενεργώ, πράττω, εφαρμόζω (π.χ. ασκεί καθήκοντα γενικού διευθυντού της εταιρείας / η φιλανθρωπική οργάνωση της κοινότητάς μας ασκεί σημαντικό έργο με τους πρόσφυγες) 2.  ασκώ = απολεξικοποιημένο ρήμα, δηλαδή ρήμα που δεν δηλώνει δική του σημασία, αλλά τη σημασία ενός άλλου ρήματος, που εκφέρεται περιφραστικά ως όνομα μαζί με το ασκώ (π.χ. αντί του πιέζω λέγεται ασκώ πίεση).

       Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com