Γλωσσικά τινα (ΣΟΗ’): το πολυσήμαντο ουσιαστικό «αγγείο»
Η λέξη αγγείο σημαίνει: 1. ένα δοχείο για τη φύλαξη ή τη μεταφορά υγρών, κυρίως για επαγγελματική ή οικιακή χρήση, συνώνυμο του βάζου, του καννατιού, της στάμνας (π.χ. πήλινο / πορσελάνινο / στενό / πλατύ / διακοσμητικό / σπασμένο αγγείο) 2. κάθε αρχαίο δοχείο ως αρχαιολογικό εύρημα (π.χ. μελανόμορφο / ερυθρόμορφο / κυκλαδικό / μινωικό / μυκηναϊκό / αττικό / κορινθιακό αγγείο) 3. ΑΝΑΤ. κάθε αγωγό του οργανισμού, όπως […]







