Κείμενα

Για το Μουσείο της Ακρόπολης

today1 Αυγούστου, 2013

Background
share close

     Μετά την  πολυαναμενόμενη  αποπεράτωση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, προστέθηκε  άλλο ένα κτιριακό δείγμα στον διεθνή ιστό των μουσείων εκείνων πού με περισσή έπαρση ανταγωνίζονται τα ίδια τα εκθέματά τους, λες και το περιέχον είναι σημαντικότερο του περιεχομένου του. Κι ο επισκέπτης του αποκομίζει τη δυσάρεστη αίσθηση ότι ολόκληρη η Ακρόπολη κατέβηκε στου Μακρυγιάννη, μετακομίζοντας  στις αίθουσες ενός κτιρίου και αφήνοντας τον Ιερό Λόφο φρικτά  αποψιλωμένο και ανεπανόρθωτα αποϊεροποιημένο.
     Έτσι, το πνευματικό στέμμα της Αθήνας, της ανέκαθεν και δια παντός πνευματικής μητρόπολης του κόσμου –είτε τούτο αρέσει είτε δεν αρέσει σε κάποιους-, απέμεινε πια σαν ξεδοντιασμένη κτένα, ένα άψυχο, ραγισμένο τσόφλι, αφού   όχι μόνο τού στέρησαν τα ιερά και τα όσιά του, αλλά καί το φόρτωσαν μέ τόνους νέου μάρμαρου, χωρίς καν να λάβουν τον κόπο να τού προσδώσουν κάποια τεχνητή πατίνα.
     Δεν υποστηρίζω βέβαια πως έπρεπε να μιμηθούμε τον απαράδεκτο ιταλικό τρόπο αναπαλαίωσης (εδώ γιά μια φορά ταιριάζει απολύτως ο ατυχής νεολογισμός αντί του ορθού όρου «αναστήλωση») των μνημείων, ο οποίος τά κάνει να μοιάζουν με θεατρικό σκηνικό, κάτι σαν την Κνωσό του Έβανς και όχι του Μίνωα, που ψευτίζει προσποιούμενο την αληθοφάνεια.
     Τα πρόσθετα όμως μαρμάρινα στοιχεία   δεν χρειαζόταν, χάριν της αληθοφάνειας, να είναι τόσο εκκωφαντικά, τόσο κραυγαλέα, διαφορετικά από τα αυθεντικά.΄Αλλωστε, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσαν ποτέ  να προσεγγίσουν την πνευματικότητα των πρωτοτύπων. 
     Εν πάση περιπτώσει, η αύρα των μνημείων της Ακρόπολης, ιδίως του Παρθενώνα, έχει αμετάκλητα τρωθεί και δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί ακόμα κι αν μάς δινόταν στο μέλλον η δυνατότητα να επαναφέρουμε τα αποσπασμένα γλυπτά στην πρωταρχική τους θέση. Γιατί, όταν κατά την αρχαιότητα τα τοποθετούσαν στούς ναούς, όχι μόνο για διακοσμητικούς λόγους, αυτό το έκαναν ακολουθώντας τελετικά καθαγιασμού, τα οποία αγνοούμε σήμερα.
     Σκέφτομαι πως τελικά διαπράξαμε την ίδια ύβρη με τον ΄Ελγιν, αφού κι εμείς αφαιρέσαμε βίαια –αν και με λιγότερο τραυματικό τρόπο, όπως μάς το επιτρέπει η εν τω μεταξύ επιτευχθείσα τεχνολογικη πρόοδος- τα γλυπτά από τον τόπο για τον οποίο είχαν φιλοτεχνηθεί και τα κλείσαμε σ’ ένα τεράστιο κουτί, και μάλιστα σ’ένα κουτί από μπετόν, ατσάλι και γυαλί,  από υλικά δηλαδή πού δεν υπήρχαν στην Ακροπόλη και δεν συνάδουν με τις δονήσεις του μαρμάρου.
     Ποιά σχέση όμως μπορεί νά έχει αυτό το υπερφίαλο οικοδόμημα με τον περιβάλλοντα χώρο όπου το τοποθέτησαν; Αν το είχαν στήσει στίς σιβηρικές στέπες ή σε κάποια χλοερή πεδιάδα της Κεντροευρώπης, ίσως και να φάνταζε όμορφο,  εδώ ωστόσο μοιάζει εκτός τόπου και κλίμακας.
     Εμένα μου θυμίζει τα γραφεία εκείνα των μεγάλων επιχειρήσεων στις γερμανικές πόλεις, όπου τον χειμώνα, οπότε βραδιάζει νωρίς, τα βλέπεις φωταγωγημένα λόγω των υπαλλήλων που εργάζονται σε αυτά, καθώς περνάς με το τρένο από μπροστά τους. «Μα» θα μού πείτε, «τα γλυπτά θα καταστρέφονταν, εφόσον τα αφήναμε απροστάτευτα στη θέση τους, κυρίως από τη γυψοποίηση των μαρμάρων».
     Ε, και λοιπόν, ας καταστρέφονταν! Γιατί θα πρέπει κάτι το φθαρτό να προκαλεί υβριστικά την αιωνιότητα; Εδώ φθείρονται τα ανθρώπινα σώματα, και για τα υλικά πράγματα θα στενοχωριόμαστε! Άλλωστε, αν δεν φθαρεί κάτι, πώς θα έρθει το νέο να το αντικαταστήσει; Ας θυμηθούμε επί του προκειμένου την εναντίωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον εγκλεισμό για πρώτη φορά κάποιων φορητών εικόνων στο υπό ίδρυση τότε Βυζαντινό Μουσείο, με το σκεπτικό να διασωθούν από τη φθορά ή την κλοπή.
     Μα οι εικόνες φιλοτεχνήθηκαν για λατρευτικούς, όχι για αισθητικούς λόγους, και πάντως διόλου για μουσειακούς. Πώς είναι δυνατόν να αποϊεροποιούμε ένα λατρευτικό αντικείμενο και να το μεταβάλλουμε σε εκθεσιακό, σε μουσειακό είδος, κλείνοντάς το μέσα σε μια βιτρίνα;
     Με αυτή τη λογική,καταντήσαμε να έχουμε μετατρέψει κάποιες εκκλησίες και μονές σε μουσειακούς χώρους (βλ. π.χ. τη Μονή Δαφνίου). Έτσι φτάσαμε να αποϊεροποιήσουμε και την Ακρόπολη, εμείς οι μικρόνοες απόγονοι των ένδοξων δημιουργών της, κάτι πού ούτε οι διάφοροι περαστικοί βάρβαροι δεν το κατόρθωσαν. Κατορθώσαμε ακριβώς το ίδιο που έκαναν οι Οθωμανοί με την Αγιά Σοφιά, που την απογύμνωσαν, αφήνοντάς της μόνο το πέτρινο κέλυφός της.
     Αδειανά πουκάμισα, λοιπόν, οι αρχαίοι ναοί μας και πολλές βυζαντινές εκκλησιές μας. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει διόλου πως δεν οφείλουμε να κάνουμε ό,τι μάς επιτρέπει η επιστήμη με  τα τεχνολογικά  της  επιτεύγματα για την ορθή συντήρηση των εικόνων και των γλυπτών. Όμως τούτο θα πρέπει να γίνεται επί τόπου (in situ) και όχι εκριζώνοντάς τα από το φυσικό περιβάλλον τους και τοποθετώντας τα σε ανοίκειο χώρο.

Φοίβος Ι. Πιομπίνος

Συντάκτης: Φοίβος Πιομπίνος

Rate it

Προηγούμενο άρθρο

Κείμενα

Η Ελλάδα των ανθελλήνων

Ξαφνικά οι «εκσυγχρονιστές», όψιμοι θαυμαστές του Διαφωτισμού, γύρισαν την πλάτη στην «καθ’ ημάς Ανατολή», όπως περιφρονητικά αποκαλούν την πατρίδα τους, ανακαλύπτοντας ενθουσιασμένοι πως η Ελλάδα δεν είναι μία ζώσα πραγματικότητα, όπως εμείς οι ανόητοι την εννοούμε, αλλά ένα εθνικό μόρφωμα του 19ου αιώνα, αποτέλεσμα διεθνών συγκυριών! Πως δεν είναι ζώσα πραγματικότητα που κολυμπάει μέσα στους μύθους και τις παραδόσεις της, τα σύμβολα, την πίστη, την ανεξίτηλη μνήμη τής ευγενικής, ουράνιας […]

today1 Αυγούστου, 2013

Σχολιάστε το άρθρο (0)

Αφήστε το σχόλιό σας

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


[wpens_easy_newsletter firstname="no" lastname="no" button_text="Εγγραφή"]

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

0%