Κείμενα

Ορθογραφικά (ΚΑ’): οι ομόηχες λέξεις «διορία» και «διωρία»

today2 Αυγούστου, 2013

Background
share close

Σύνηθες φαινόμενο είναι να συγχέονται, πιθανότατα λόγω ομοηχίας, τα ρήματα εγκύπτω και ενσκήπτω, μολονότι δεν έχουν μεταξύ τους καμία ετυμολογική ή σημασιολογική συγγένεια.
Το ρήμα εγκύπτω (< εν+κύπτω) σημαίνει: 1. σκύβω και εξετάζω με προσοχή κάτι (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση, ζήτημα, υπόθεση κ.λπ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι (π.χ. ο αρμόδιος υπουργός εγκύπτει στα πρόσφατα φαινόμενα φυλετικής βίας) 2. καταγίνομαι συστηματικά και με ζήλο με κάτι (π.χ. ο αδελφός μου εγκύπτει τελευταία στην πρώιμη χριστιανική εποχή).
Το ρήμα ενσκήπτω (< εν+σκήπτω) σημαίνει (για δυσμενή φαινόμενα) εμφανίζομαι αιφνιδιαστικά καί πλήττω με ορμή (π.χ. χιονοθύελλα / διμύ ψύχος / καύσωνας / επιδημία ενέσκηψε στη χώρα μας), ορμώ μέσα, εισορμώ εναντίον, επιτίθεμαι με σφοδρότητα (π.χ. έξω φρενών ενέσκηψε ο υπάλληλος στο γραφείο του προϊσταμένου του / με άγριες διαθέσεις ενέσκηψε η πεθερά στο σπίτι του τέως γαμπρού της).

Φοίβος Ι. Πιομπίνος  piombinos.blogspot.gr

Συντάκτης: Φοίβος Πιομπίνος

Rate it

Προηγούμενο άρθρο

Κείμενα

Γλωσσικά τινα (ΡΓ’): η σημασία των λέξεων «εγκύπτω» και «ενσκήπτω»

Σύνηθες φαινόμενο είναι να συγχέονται, πιθανότατα λόγω ομοηχίας, τα ρήματα εγκύπτω και ενσκήπτω, μολονότι δεν έχουν μεταξύ τους καμία ετυμολογική ή σημασιολογική συγγένεια. Το ρήμα εγκύπτω (< εν+κύπτω) σημαίνει: 1. σκύβω και εξετάζω με προσοχή κάτι (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση, ζήτημα, υπόθεση κ.λπ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι (π.χ. ο αρμόδιος υπουργός εγκύπτει στα πρόσφατα φαινόμενα φυλετικής βίας) 2. καταγίνομαι συστηματικά και με ζήλο με κάτι (π.χ. ο αδελφός μου […]

today2 Αυγούστου, 2013

Σχολιάστε το άρθρο (0)

Αφήστε το σχόλιό σας

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


[wpens_easy_newsletter firstname="no" lastname="no" button_text="Εγγραφή"]

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

0%