Φοίβος Πιομπίνος

20/3/2019 | Category: Φοίβος Πιομπίνος

Ορθογραφικά (ΟΒ’): τα ομόηχα ουσιαστικά «φύλλο» και «φύλο»

     Το φύλλο σημαίνει: 1.  καθένα από τα συνήθως πράσινα, πεπλατυσμένα και λεπτά όργανα διαπνοής των φυτών, τα οποία εκφύονται στους βλαστούς και στα κλαδιά τους (π.χ. το χώμα ήταν καλυμμένο από ξερά φύλλα) 2. ΒΟΤ. καθένα από τα πέταλα και τα σέπαλα ή τους στήμονες του άνθους (π.χ. τα φύλλα του τριαντάφυλλου) 3. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε λεπτό και πλατύ σαν φύλλο δέντρου (π.χ. φύλλα χρυσού / αλουμινίου) 4. στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική η ζύμη που γίνεται λεπτή και πλατιά ή πωλείται ως τέτοια σε τυποποιημένη / βιομηχανοποιημένη μορφή και χρησιμοποιείται για φαγητά ή γλυκά, που παρασκευάζονται με στρώσεις των υλικών τους (π.χ. άνοιξε φύλλα για μπακλαβά) 5. (συνεκδοχικά) καθένα από τα κομμάτια χαρτιού από τα οποία αποτελείται βιβλίο ή τετράδιο / κόλλα χαρτιού (π.χ. έκοψε ένα φύλλο από το ημερολόγιο του τοίχου / κάθε φύλλο τυπωμένου βιβλίου αποτελείται από δύο σελίδες) 6. η εφημερίδα που εκδόθηκε σε συγκεκριμένη ημέρα (π.χ. στο σημερινό της φύλλο η εφημερίδα μας φιλοξενεί κριτική για τις νέες κινηματογραφικές ταινίες της εβδομάδας) 7. (συνεκδοχικά) ΣΤΡΑΤ. το έγγραφο που παρουσιάζει τη στρατιωτική κατάσταση στρατιώτη ή στρατιωτικού (π.χ. ο στρατιώτης πήρε φύλλο πορείας) 8. κατ’ επέκταση το έγγραφο που δηλώνει  συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία αφορά σε πρόσωπο ή πράγμα (π.χ. ξέχασες να υπογράψεις το φύλλο παρουσίας / ο προϊστάμενος οφείλει να συντάξει τα φύλλα ποιότητας των υφισταμένων του) 9. (συνεκδοχικά) καθένα από τα χαρτιά της τράπουλας (π.χ. μοιράζω φύλλα) 10. (συνεκδοχικά) τμήμα πόρτας, παραθύρου ή τραπεζιού που ανοιγοκλείνει (π.χ. σήμερα έβαψα τα παραθυρόφυλλα).

     Το φύλο σημαίνει: 1. το σύνολο των βιολογικών χαρακτηριστικών που καθορίζουν αν ένας άνθρωπος ή ζώο είναι αρσενικό ή θηλυκό (π.χ. το ισχυρό φύλο / το ωραίο φύλο / το ασθενές φύλο  / η αλλαγή φύλου) 2. (συνεκδοχικά) τα γεννητικά όργανα 3. η φυλή (π.χ. τα βαρβαρικά φύλα).

     Φοίβος Ι. Πιομπίνος   piombinos.com