Ορθογραφικά (ΛΑ’): τα ομόηχα ουσιαστικά «νήψη» και «νίψη»
Η λέξη νήψη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα νήφω (= είμαι νηφάλιος, εγκρατής, απέχω από οινοποσία) και δηλώνει: 1. την κατάσταση εκείνη πνευματικής εγρήγορσης, που σχετίζεται με τη νηφαλιότητα και τη σωφροσύνη 2. την ανάκτηση των δυνάμεων μετά από ασθένεια, την ανάρρωση. Από το νήφω προκύπτει το επίθετο νηπτικός, που χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό της μυστικής εκείνης στάσης της ορθόδοξης θεολογίας που καλείται νηπτική θεολογία, καθώς και των μοναχών και […]







