Ορθογραφικά (ΞΒ’): οι ομόηχες λέξεις πείνα και πίνα
Η πείνα αναφέρεται: 1. στο αίσθημα που προκαλείται σε ζωντανό οργανισμό από την έλλειψη τροφής (π.χ. πρέπει να τρώμε για να ικανοποιούμε την πείνα μας / μ’ έχει πιάσει μεγάλη, τρομερή, σφοδρή, διαβολεμένη πείνα) 2. στη γενική και διαρκή έλλειψη τροφίμων και το σύνολο των δυσχερειών που αυτή προκαλεί (π.χ. στην Κατοχή πέθαναν πάρα πολλοί από την πείνα στην Ελλάδα). Η πείνα στη γενική πτώση χαρακτηρίζει αυτόν που δεν επαρκεί […]







