Γλωσσικά τινα (ΣΟΕ’): τo πολυσήμαντο ουσιαστικό «κουβέρτα»
Η λέξη κουβέρτα σημαίνει: 1. το συνήθως μάλλινο ή βαμβακερό κλινοσκέπασμα που τοποθετείται πάνω από το πανοσέντονο και με το οποίο σκεπάζεται κανείς όταν κοιμάται ή, σε άλλες περιπτώσεις, όταν κρυώνει (π.χ. στρώνω την κουβέρτα, υφαντή / πλεκτή / ολόμαλλη / ακρυλική / ζεστή / ελαφριά κουβέρτα) 2. ΝΑΥΤ. το κατάστρωμα του πλοίου (από το βενετσιάνικο coverta). Φοίβος Ι. Πιομπίνος piombinos.com







