Γλωσσικά τινα (ΣΛΔ’): τα ρήματα κακοκαρδίζω, κάμπτομαι, καταζητούμαι, καταχωρίζω και κλίνομαι
Το ρήμα κακοκαρδίζω έχει και τις δύο έννοιες του στενοχωρώ κάποιον, τού χαλάω τη διάθεση, τον κάνω να χάσει το κέφι του (π.χ. δεν το είπε στους γονείς του ότι απολύθηκε, επειδή δεν ήθελε να τους κακοκαρδίσει) και στενοχωριέμαι (π.χ. κακοκάρδισα με όσα παράπονα μού είπε η μνηστή μου). Ωστόσο σε ορισμένα λεξικά αναφέρεται και η φωνή κακοκαρδίζομαι. Η μετοχή κεκαμμένος του ρήματος κάμπτομαι χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο, που […]







