Γλωσσικά τινα (ΣΛΑ’): τα ρήματα ζαχαρώνω, ζεματάω, ζηλεύω και ζημιώνω
Για το ρήμα ζαχαρώνω στα λεξικά αναφέρεται και παθητική φωνή (ζαχαρώνομαι), η οποία όμως δεν συνηθίζεται. Το ρήμα ετούτο σημαίνει κυρίως (για μέλι ή φρούτο κ.λπ.) εμφανίζω κρυστάλλους ζάχαρης (π.χ. ζαχάρωσε το μέλι / το σιρόπι), αλλά καΙ ερωτοτροπώ. Με την πρώτη έννοια απαντάται μερικές φορές και ο τύπος ζαχαριάζω. Το ρήμα ζεματάω κλίνεται μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό με τη σημασία του είμαι καυτός (π.χ. ζεματάει ο ήλιος […]







